Αρκετοί πιστεύουν, ότι για να γίνει πιο αποτελεσματική η δημόσια διοίκηση θα πρέπει να λειτουργεί όπως ο ιδιωτικός τομέας, όπως λειτουργούν δηλαδή οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, εφαρμόζοντας τις πρακτικές του Business Administration. Επίσης, θα πρέπει να συρρικνωθεί και κάτω από το σύνθημα «όχι στο κράτος επιχειρηματία», να περιοριστεί σε ένα ρόλο συντονιστικό/ επιτελικό και να αφήσει την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα. Με την ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων πιστεύουν, πως αυτές όχι μόνο θα γίνουν πιο αποτελεσματικές και ο πολίτης θα έχει καλύτερη εξυπηρέτηση, αλλά ταυτόχρονα θα μειωθούν οι τιμές. Άλλοι πιστεύουν, ότι η αποστολή της δημόσιας διοίκησης είναι διαφορετική από αυτή των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει διαφορετική δομή, διαφορετικούς στόχους, διαφορετικές αρχές και διαφορετικούς νόμους. Πιστεύουν, επίσης, ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν θα πετύχουν τους πιο πάνω στόχους, ότι οι τιμές μετά από ένα πρώτο διάστημα, που θα μειωθούν για επικοινωνιακούς λόγους, μετά θα αυξηθούν, όπως έγινε και σε πολλές άλλες χώρες. Η σχολή αυτή σκέψης πιστεύει ότι μπορούν να γίνουν βελτιώσεις, ίσως και τομές του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς να ξεπουληθεί ο δημόσιος πλούτος. Επίσης, ότι το κράτος μπορεί να συνεργάζεται με τον ιδιωτικό τομέα σε αρκετές περιπτώσεις προς αμοιβαίο όφελος. Είναι, όμως, έτσι;

 

Παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων στο εξωτερικό

Η έννοια των ιδιωτικοποιήσεων των Δημοσίων Οργανισμών έχει σαν κράτος αναφοράς τη Μεγάλη Βρετανία, στη παροχή ενέργειας και την κατασκευή σιδηροδρόμων, που, όμως, δεν απέβη με πλήρη θετικότητα. Αντιθέτως, είχε ως συνέπειες τη συστηματική εκμετάλλευση του καταναλωτή καθώς και την «αύξηση της ‘βραχυπροθεσμικότητας’ (short-termism), η οποία αποθάρρυνε μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε σημαντικά έργα υποδομής.  Η υποτονικότητα των επενδύσεων επηρέασε αρνητικά τόσο την παραγωγικότητα όσο και το ρυθμό ανάπτυξης της χώρας.  Στην περίπτωση των συγκοινωνιών, η απροθυμία των ιδιωτών επενδυτών να επενδύσουν σε πιο ασφαλείς υποδομές οδήγησε ακόμη και σε τραγικά σιδηροδρομικά δυστυχήματα» (Δημητριάδης, 2013).

Στον αντίποδα τοποθετείται η Γαλλία, η οποία επενδύοντας στις ίδιες οικονομίες, στην παροχή ενέργειας και την κατασκευή σιδηροδρόμων, διαχειρίζεται με επιτυχία το κράτος επιχειρηματία και με υψηλή παραγωγικότητα. Κι αυτό, διότι, «στη Γαλλία ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα στις συγκοινωνίες.  Οι σιδηρόδρομοι παραμένουν κρατικοί και πολύ καλύτεροι από αυτούς της Βρετανίας όσον αφορά τιμές, άνεση, ταχύτητα και ασφάλεια.  Και αυτό κυρίως γιατί το Γαλλικό κράτος, σε αντίθεση με τον Βρετανικό ιδιωτικό τομέα, επένδυσε μεγάλα κονδύλια σε έργα υποδομής. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι το Γαλλικό κράτος υπήρξε ο μεγαλύτερος μέτοχος της μεγαλύτερης αεροπορικής εταιρίας στον κόσμο Air France – KLM με ποσοστό ιδιοκτησίας 18,6%» (Βατικιώτης, 2011).

Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται, ότι για να επιτύχουν οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών Οργανισμών πρέπει να «συνοδεύονται από αύξηση του ανταγωνισμού και καλή ρύθμιση» ενώ «οι ιδιωτικοποιήσεις των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας απέτυχαν να αυξήσουν την απόδοση των εταιρειών αυτών» (Βατικιώτης, 2011). Ειδικότερα, ένας τομέας που έχει γνωρίσει την έννοια της ιδιωτικοποίησης στο εξωτερικό είναι η παροχή του νερού (Παπαθεοδωρόπουλος, 2009). Στο κείμενο του Παπαθεοδωρόπουλου το νερό χαρακτηρίζεται ως ισοδύναμο του πετρελαίου σε γεωπολιτική αξία ή αποτελεί το πετρέλαιο του 21ου αιώνα. Ένα πρόβλημα γύρω από το δημόσιο αυτό αγαθό είναι η αναγωγή του σε αγαθό ανάγκης ή αγαθό – κοινωνικό δικαίωμα, ως αίτιο σύγκρουσης ανάμεσα στους πολίτες και στους φορείς με παγκόσμια δράση γύρω από αυτό. Τονίζεται η σημασία των χαρακτηρισμών, διότι η επικράτηση του ενός ή του άλλου θα αποδώσει και στο ίδιο το χαρακτήρα δημόσιου ή ημιδημόσιου ή ιδιωτικού κλπ.

Αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου αγαθού νερού ξεκίνησε και καθιερώθηκε στη Γαλλία, «οι γαλλικές εταιρίες Suez και Veolia κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά νερού με άλλες δέκα περίπου μεγάλες επιχειρήσεις νερού χαρίζοντας σε ολόκληρο τον κλάδο την προσωνυμία οι Βαρόνοι του Νερού και παρέχουν υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης σε περισσότερους από 200 εκατομμύρια πελάτες σε 150 χώρες. Η δε Suez συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των κορυφαίων 100 εταιριών στον κόσμο με κύκλο εργασιών το 2008 12,4 δις ευρώ. Μια άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα, ταχύτατα αναπτυσσομένη και εξαιρετικά ρυπογόνα, που συχνά διαφεύγει της προσοχής μας είναι αυτή του εμφιαλωμένου νερού με τις Nestle, Coca-Cola, Pepsi κ.ά.».

Αναλυτικά, κατά τη δωδεκαετία 1990–2002, σημειώθηκε ιδιαίτερη άνοδος στο φαινόμενο αυτό αφού δραστηριοποιούνταν σε παγκόσμιο επίπεδο συνολικά 56 χώρες στην ιδιωτικοποίηση του νερού, παρέχοντάς το μέσω ιδιωτικών δικτύων ύδρευσης. Ώθηση σε αυτό προσέδωσαν η Διεθνής Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδιαίτερα στις φτωχές χώρες με «κανόνες απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου φυσικών πόρων», παρόλο που τα μέλη της Ευρωβουλής διενεργούσαν κινήσεις υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα του αγαθού. Συνεχίζει, των ιδιωτικοποιήσεων «οι υπέρμαχοι παρουσιάζουν την εμπορευματοποίηση του νερού σαν μοναδική απάντηση στην αυξανόμενη έλλειψή του και την ανάγκη προστασίας των οικοσυστημάτων. Ισχυρίζονται, ότι η ιδιωτικοποίηση προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια εκεί όπου το κράτος δεν έχει την δυνατότητα ανάληψης των δαπανών και έχει σαν αποτέλεσμα την οικονομική αποτελεσματικότητα και την βελτίωση της λειτουργίας των υπηρεσιών νερού. Προς τούτο, επικαλούνται τα παραδείγματα σωστής λειτουργίας των ιδιωτικοποιημένων συστημάτων στις ανεπτυγμένες χώρες σε αντίθεση με τις αναποτελεσματικές, γραφειοκρατικές και διεφθαρμένες δημόσιες υπηρεσίες. Αποτελεσματικότητα και οικονομία, που όπως ισχυρίζονται, καταλήγουν σε όφελος των καταναλωτών».

Παρ’ όλα αυτά, οι πολίτες δεν συμμερίζονται τις απόψεις των υποστηρικτών των ιδιωτικοποιήσεων, αφού με τη διαχρονική πίεση κατάφεραν να διατηρήσουν το αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στην αποτελεσματικότητα των δεύτερων, με κορυφαίο παράδειγμα το Παρίσι, του οποίου οι πολιτικές προσανατολίστηκαν προς το δημόσιο χαρακτήρα του αγαθού (ομοίως και στην Ολλανδία). Η παραπάνω επιστροφή συνίσταται στο γεγονός, ότι έγινε αισθητή η απουσία παρεμβατισμού του κράτους μέσω της όχι και τόσο δίκαιης προς τους πολίτες πολιτικής παροχής του νερού. Αυτή, όμως, η ρυθμιστική ιδιότητα του κράτους πρέπει να ενισχυθεί και να τοποθετηθεί σε ορθή βάση απέναντι στο μονοπώλιο των ιδιωτών παρόχων, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά. Διότι οι ιδιώτες χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα την απόδοση των κερδών από την ιδιωτικοποίηση προς εξυπηρέτηση των δημόσιων χρεών, ακόμη και σε περιπτώσεις, που οι δημόσιοι αυτοί οργανισμοί είναι κερδοφόροι. Οι δε κυβερνήσεις που επιθυμούν την ιδιωτικοποίηση προσανατολίζονται στην άνοδο των τιμών του νερού, ώστε να προετοιμάσουν τους πολίτες προς αυτή την κατεύθυνση και να αιτιολογήσουν την ύπαρξη χρέους (ή μη ύπαρξη κέρδους).

Εντούτοις, η αποτελεσματικότητα των τιμών πολλές φορές δεν συνάδει με την προσβασιμότητα των κοινωνικών ομάδων των πολιτών στη χρήση του νερού. Ειδικά στο γαλλικό παράδειγμα, κατά το έτος 1999 «έρευνες έδειξαν, ότι οι ιδιωτικές εταιρείες πωλούσαν το πόσιμο νερό ακριβότερα από τις δημόσιες κατά 14%». Περιθωριοποίηση καταναλωτών – χρηστών από τα υψηλά τιμολόγια και αποφυγή δαπανηρών εγγειοβελτιωτικών έργων των ιδιωτών παρόχων με ύφεση της ποιότητας του νερού είναι δύο αρνητικά αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης.

Στο ίδιο άρθρο (Παπαθεοδωρόπουλος, 2009) αναφέρεται μια άλλη περίπτωση ιδιωτικοποίησης του νερού στο εξωτερικό, στη Μεγάλη Βρετανία το 1988. Η Κυβέρνηση Θάτσερ ιδιωτικοποίησε δέκα (10) οργανισμούς ύδρευσης, με ίδια αποτελέσματα: αύξηση του κόστους των τιμολογίων, αποκλεισμός κοινωνικών ομάδων πολιτών, μη συντήρηση του υδρευτικού δικτύου λόγω κόστους και κερδοφορία ιδιώτη παρόχου. Επίσης, ιδιωτικοποίηση του αγαθού αυτού επιχειρήθηκε και στη Βολιβία το 1998. Αυξήσεις τιμολογίων, κοινωνικές εξεγέρσεις και τελικά επανακρατικοποίηση του νερού, με σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις από την αποτυχημένη προσπάθεια ήταν τα αποτελέσματα του εγχειρήματος. Ακόμη, η ιδιωτικοποίηση της ύδρευσης δημιουργεί πανδημία χολέρας στη Νότια Αφρική, λόγω της αδυναμίας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού της να έχει πρόσβαση στο πόσιμο και για άρδευση νερό.

Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάζουν ομοιογένεια ως προς τα αποτελέσματα, που επέρχονται κατόπιν αυτής: αποκλεισμός πληθυσμού από την πρόσβαση του νερού, επιθυμία για εξοικονόμηση πόρων από τη συντήρηση του δικτύου από μεριάς του ιδιώτη, αύξηση της τιμολογιακής πολιτικής από τον πάροχο και τελικά την κερδοφορία του με συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο ενός κράτους.

 

Παράδειγμα ιδιωτικοποίησης στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα παρατηρείται ευαισθησία και ροπή προς την ανοχή των αποκρατικοποιήσεων, τάσεις προς την κρατική συρρίκνωση και την ιδιωτικοποίηση της διοίκησης και «δυσπιστία δημόσιας διοίκησης και κοινωνίας». Επιπρόσθετα, από κτήσεως νεότερου ελληνικού κράτους, η αποδυναμωμένη από τον τουρκικό ζυγό δημόσια διοίκηση δεν μπορούσε να απεμπλακεί από «την ανισοκατανομή του προσωπικού στις διάφορες υπηρεσίες, τη χαμηλή απόδοση και τη γραφειοκρατική νοοτροπία» και τελικά έφθασε να είναι η ίδια το αποτέλεσμα των υπαλλήλων χαμηλής ποιότητας, που τη στελεχώνουν (Δουράνος, 2012).

Συνεπώς, η εφαρμογή των ιδιωτικοποιήσεων, βάσει των συστατικών στοιχείων τους, προϋποθέτει την προσαρμογή του υφιστάμενου διοικητικού μοντέλου στη νέα διοικητική γεωγραφία. «Συγκεκριμένα, στον προγραμματισμό, στην οργάνωση, στη στελέχωση, στην ηγεσία, στην αποτελεσματικότητα του συστήματος διοίκησης – διαχείρισης, στον εκσυγχρονισμό και στην προσαρμογή στα νέα διεθνή τεχνικά και επιστημονικά πρότυπα» (Κέφης, 2011). Όμως, το πελατειακό σύστημα, η απουσία συναίνεσης, ο συγκεντρωτισμός, η άρνηση προσαρμοστικότητας, δεν επιτρέπουν στα ως άνω εργαλεία του εγχειρήματος να αναπτυχθούν (Δουράνος, 2012). Επιπλέον, συναντώνται «δυσκολίες σχετικές με την κατανόηση» του θεσμού, «με το επίπεδο ωριμότητας του οργανισμού», που καλείται να τον υποδεχθεί και «την έλλειψη χρόνου, υποστήριξης και πληροφοριών», που απαιτούνται (Χαραλαμπίδου, 2012).

Προς επίρρωση των ως άνω, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ιδιωτικοποίησης, όπου εφαρμόστηκε στη χώρα αποτελεί η περίπτωση του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (εφεξής ΟΤΕ). Σύμφωνα με την ιδιωτικοποίηση αυτή, ο στόχος είναι η εξυγίανση της δημόσιας οικονομίας του κράτους, μέσα από την εξυγίανση μιας εκ των μεγάλων ελληνικών Δημόσιων Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΚΟ) και το σχέδιο είναι η μείωση του λειτουργικού κόστους του Δημοσίου με εξοικονόμηση και εκσυγχρονισμό πόρων (Βατικιώτης, 2013). Ειδικότερα, η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ επήλθε, έπειτα από πώληση στον αντίστοιχο μεγάλο Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών της Γερμανίας, Deutsche Telekom το 2008, ενώ αυτό χρησιμοποιείται συχνά «ως παράδειγμα καλής ιδιωτικοποίησης» (Βατικιώτης, 2013). Στο ίδιο άρθρο, γίνονται γνωστοί οι σκοποί της παραπάνω ενέργειας, όπου είναι η «ισχυροποίηση, επέκταση και εκσυγχρονισμός του ΟΤΕ, μείωση των τιμολογίων και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας».

Συγκεκριμένα, άντληση ρευστού από πώληση υποπροϊόντων, μείωση λειτουργικού κόστους από απολύσεις μη λειτουργικών υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν ευνοιοκρατικά, βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, εκσυγχρονισμός του οργανογράμματος, συνεπώς αποφυγή του μετακυλιόμενου κόστους στον πελάτη από τα παραπάνω και μείωση των τιμολογίων, όπου αργότερα θα βοηθούσε και στην κάλυψη νέων θέσεων εργασίας. Μέχρι αυτό το σημείο αναλύονται οι στόχοι των ιδιωτικοποιήσεων στο Δημόσιο Τομέα. Στη συνέχεια όμως, στο άρθρο παρατίθεται μια σύντομη επισκόπηση στη δραστηριότητα του Γερμανικού Οργανισμού για καλύτερη κατανόηση του θέματος, σύμφωνα με την οποία, κατεγράφη συρρίκνωση στα μερίδια πωλήσεών του στη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, με την τελευταία σε ποσοστό 62% και μεγαλώνοντας κατά το διπλάσιο ταυτόχρονα τα ποσοστά των ιδιωτών παρόχων, κάτι που εμφανίζει την αρνητική του εικόνα στα Βαλκάνια σαν γενικότερο φαινόμενο.

Κατά την ίδια γραμμή λογικής του εγχειρήματος, προχώρησε σε πώληση του δορυφόρου Ελλάς Σατ (με 208 εκατ. ευρώ), όπου «είναι ένα από τα πολλά ολέθρια βήματα που έκανε οργανισμός στην κατεύθυνση της τεχνολογικής οπισθοδρόμησης, ακυρώνοντας το τεχνολογικό του πλεονέκτημα και ψαλιδίζοντας προηγούμενες φιλοδοξίες, όπως είχαν αποτυπωθεί στην Ψηφιακή Ατζέντα 2020, βάσει της οποίας προβλεπόταν πως μετά από 7 χρόνια το 50% των συνδέσεων στο διαδίκτυο θα έτρεχαν με ταχύτητα 50 Mbps και το υπόλοιπο 50% με 100 Mbps. Για να εκπληρωθεί όμως αυτός ο στόχος έπρεπε οι οπτικές ίνες να φτάσουν σε κάθε σπίτι. Να μην μείνουν στα ΚΑΦΑΟ, όπως τελικά θα γίνει από τη στιγμή που ο οργανισμός υπαναχώρησε από την υποχρέωση που είχε αναλάβει».

Η αποκόμιση ρευστού από πώληση σχετικών προϊόντων επετεύχθη, χάθηκε, όμως, ένα συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας στην αγορά των τηλεπικοινωνιών. Επίσης, παρατηρήθηκε μεταβολή στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών (υπηρεσίες τηλεφωνίας και ίντερνετ) προς τα κάτω, η ιδιωτικοποίηση διέκοψε τη χρηματοδότηση κατά το ελληνικό σύστημα πρόληψης και συντήρησης του καλωδιακού εξοπλισμού ενώ σύμφωνα με τη γερμανική πολιτική, θεωρείται περιττό κόστος, προτιμάται η πλήρης απόσβεση μέχρι φθοράς και συνεπειών στις οικιακές συσκευές. Αποτέλεσμα είναι οι χαμηλές ταχύτητες στα νοικοκυριά και επιχειρήσεις καθώς και η εμφάνιση κινδύνου από τα φθαρμένα ηλεκτροφόρα καλώδια, που ποικίλλει σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν υπάρχει, δηλαδή, σχέση ποιότητας και τιμής, οι πελάτες δεν απολαμβάνουν αυτό που πληρώνουν.

Ακόμη, η γερμανική πολιτική δεν επιτρέπει ούτε την ανανέωση του επαρχιακού δικτύου με εξοπλισμό (κολόνες καλωδίων) στα απομακρυσμένα χωριά, καθότι τη θεωρεί ένα είδος αναχρονισμού. Αυτό θα έχει σαν συνέπεια ο γερμανικός ΟΤΕ «να αρχίσει να ζητά επιδοτήσεις από το κράτος, όπως συμβαίνει με τις άγονες γραμμές, με το πρόσχημα, ότι επιτελεί κοινωνικό έργο. Το αποτέλεσμα θα είναι ο ιδιωτικοποιημένος ΟΤΕ να γίνει μια κρατικοδίαιτη επιχείρηση, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό και τους φορολογούμενους». Η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών δεν επετεύχθη, αντίθετα, επήλθε κάθοδος της ποιότητάς τους, αλλά και συρρίκνωση του πεδίου δράσης του ΟΤΕ με δυσκολία στην επικοινωνία των νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Επιπλέον, σε περίπτωση άντλησης δημόσιων επιχορηγήσεων, ο ιδιωτικός χαρακτήρας του ΟΤΕ θα αλλοτριωθεί, θα δημιουργηθεί εξάρτηση από τους δημόσιους πόρους και θα μειωθεί η ικανότητά του να αξιολογεί τον κίνδυνο από λάθος επένδυσή τους αφού θα διατηρεί μικρή συμμετοχή σε αυτόν. Σταδιακά, ο δημόσιος χαρακτήρας του αντικαταστάθηκε από πελατοκεντρικό προσανατολισμό, με προτεραιότητα στον πελάτη, που ενδιαφέρεται να αγοράσει και όχι στην ανάπτυξη ή την ανάγκη. Κατά συνέπεια, καθοδική πορεία είχε και το πρόγραμμα των προϊόντων του ΟΤΕ, το οποίο όμως αύξησε τα βραχυπρόθεσμα κέρδη του, σε συνδυασμό με μείωση των επενδύσεων και σταθερότητας στις τιμές των τιμολογίων. Εδώ παρατηρείται σύγκριση της ποιότητας με την ποσότητα και υπεροχή της ποσότητας. Ακόμη, στο ίδιο άρθρο επισημαίνεται η υιοθέτηση του προγράμματος εθελούσιας συνταξιοδότησης για μείωση των θέσεων εργασίας. Αναλυτικότερα, ο αριθμός των εργαζομένων μειώθηκε από 17.000 (2005) σε 12.000 (σε καιρό ιδιωτικοποίησης) με ταυτόχρονη άρση της μονιμότητας, ως όροι της αποκρατικοποίησης. «Ταυτόχρονα ο ΟΤΕ καλύπτει τα κενά, που μοιραία δημιουργούνται, μέσω προσλήψεων από δουλεμπορικές εταιρείες, όπως είναι η θυγατρικές του, E-Value και Oteplus, δίνοντας μισθούς 255 και 586 ευρώ αντίστοιχα. Έτσι, καταργεί θέσεις παλιών εργαζομένων, που μπορεί να στοίχιζαν στον οργανισμό ακόμη και 3.000 ευρώ, αντικαθιστώντας τις με θέσεις εξαθλίωσης». Ακόμη, αυξήθηκαν τα εργατικά ατυχήματα ενώ δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της εργασιακής ασφάλισης. Αντίθετα, διατηρήθηκαν στα ίδια ύψη οι αμοιβές των μεγαλομεσαίων στελεχών, υπαλλήλων και των μεγαλομετόχων, δημιουργώντας πρόβλημα ανισότητας εντός του Οργανισμού. Η μείωση του λειτουργικού κόστους από απολύσεις μη λειτουργικών υπαλλήλων που προσλήφθηκαν ευνοιοκρατικά, επετεύχθη, αλλά με επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και συμβολή στον πλουτισμό λίγων. Ακόμη, στο άρθρο τονίζεται, «ότι, προς διάψευση αυτών, που επαναλαμβάνουν οι νεοφιλελεύθεροι για αποτελεσματικότερη και πιο ευέλικτη διοίκηση του ιδιωτικού τομέα σε αντίθεση με την γραφειοκρατική και πολυπρόσωπη και δαπανηρή ελέω εξυπηρετήσεων διοίκηση, που χαρακτηρίζει τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, ο ΟΤΕ πριν την εκχώρησή του στους Γερμανούς είχε τέσσερις (4) γενικούς διευθυντές ενώ σήμερα έχει δέκα επτά (17)! Εν ολίγοις, το παλιό οργανόγραμμα του εργατικού δυναμικού του ΟΤΕ αποδεικνύεται πολύ πιο δημοκρατικό από το σημερινό, που χαρακτηρίζεται από ακραίες αντιθέσεις: φεουδαρχικά προνόμια για τα στελέχη, πείνα κι εργασιακή ανασφάλεια για το προσωπικό!» Ο εκσυγχρονισμός του οργανογράμματος δεν επετεύχθη, αντίθετα, κατέστη πιο περίπλοκος. Συνεπώς, η αποφυγή του μετακυλιόμενου κόστους στον πελάτη από τα παραπάνω και η μείωση των τιμολογίων, όπου αργότερα θα βοηθούσε και στην κάλυψη νέων θέσεων εργασίας, δεν επετεύχθη, επίσης. Οι τέσσερις αρχές του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ, «σαφείς στόχοι, ρεαλιστικό σχέδιο, εξειδικευμένο προσωπικό, επαρκείς οικονομικοί πόροι» (Δουράνος, 2012) καταρρίφθηκαν.

Σε άλλο κείμενο, ομοίως, καταγράφονται θέσεις υπέρ και κατά της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ, συγκεκριμένα από εργαζομένους του ανθρώπινου δυναμικού του Οργανισμού, όπου αποτελούν και μέλη των συλλογικών του οργάνων (Δούκας, 2014). Ειδικότερα, γίνεται λόγος για «απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών» με συνέπεια τη δημιουργία «δύο ταχυτήτων παρεχόμενων υπηρεσιών», συγκεντρωτισμό των υπηρεσιών στα αστικά κέντρα και περιθωριοποίηση των υπαίθριων περιοχών, αφού το κριτήριο για την παροχή της υπηρεσίας είναι πληθυσμιακό και όχι γεωγραφικό. Επίσης, θίγεται το μέρος της ελλιπούς συντήρησης του δικτύου και της αδυναμίας ανταπόκρισης του Οργανισμού στις καταναλωτικές ανάγκες παλαιών και νέων χρηστών, ακόμη και των πιθανών πελατών του. Χαμηλές ταχύτητες ίντερνετ και χαμηλή ποιότητα των προϊόντων του δηλώνουν την ύφεση στον χαρακτήρα της εξυπηρέτησης των –πλέον– πελατών και όχι των πολιτών, που έχουν ανάγκη. Σημαντική θεωρείται και η μείωση του κρατικού παρεμβατισμού στην τιμολογιακή πολιτική του Οργανισμού, η οποία μετά την ιδιωτικοποίηση παρέμεινε στα ίδια έως και αυξήθηκε. Ακόμη, η μείωση του ανθρώπινου δυναμικού και οι ανισότητες αμοιβών μεταξύ των εργαζομένων χαμηλών βαθμίδων και των διοικητικών στελεχών καταδεικνύουν το πρόβλημα της ιδιωτικοποίησης. Και εδώ η πώληση του ΟΤΕ αντιμετωπίζεται ως μη επιτυχής. Ουσιαστικά, με την εφαρμογή της ιδιωτικοποίησης αυτής της μορφής περιορίστηκε η δημόσια διοίκηση με τον περιορισμό των ΔΕΚΟ και ως αντιστάθμισμα αυξήθηκε η ποσοτική μεγέθυνση έναντι της ποιοτικής διάστασης της ανάπτυξης και επήλθε η ιστορική υποβάθμισή της (καθότι, απαιτείται χρόνος για την επαναφορά). Μάλιστα, δεν επετεύχθη ούτε η φιλοσοφία της ιδιωτικής διοίκησης, που υποστηρίζει το εγχείρημα. Διότι, η ποσοτική αύξηση (φιλελεύθερες οικονομίες) δεν ισούται με την ποιοτική μεταβολή (κεϋνσιανή δημόσια διοίκηση).

Ακόμη, η περίπτωση της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την περίπτωση «βρετανοποίησης» της Ινδίας μέσω της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας: εγκατάσταση βιομηχανικών παραρτημάτων των πολυεθνικών εταιρειών στη χώρα υποδοχέα, κατά την οποία αγοράζει τη γη, την ακίνητη – κινητή, άυλη – υλική περιουσία της, τοποθετεί το ανθρώπινο, τεχνογνωσιακό και διανοητικό κεφάλαιό της, χρησιμοποιεί τον τοπικό πληθυσμό τους με πολύ φθηνά εργατικά χέρια, εγκαθιστά δικό της εργατικό δυναμικό για να διευθύνει, μεταφέρει την τεχνογνωσία από τη χώρα – έδρα και εξάγει ό,τι παρήγε (κέρδη, προϊόντα, χαλκό στην περίπτωση του ΟΤΕ), απομυζώντας κάθε είδους πόρους, όπου στο ξένο έδαφος δημιούργησε. Η χώρα στόχος αποδυναμώνεται, καθίσταται απόλυτα εξαρτώμενη από τη χώρα – ξενιστή και η χώρα – έδρα πλουτίζει, προσθέτοντας άλλο ένα κράτος – δορυφόρο στη γεωπολιτική περιφέρειά της (Βατικιώτης, 2013, Παπακωνσταντινίδης, 2005).

Τέλος, ένας ακόμη λόγος που οι ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα δεν πέτυχαν είναι το ότι «υπάγονται στην κατηγορία του ‘γερμανικού τρόπου’, όπου την τελευταία δεκαετία υπήρξε υψηλό κίνητρο για μεταρρυθμίσεις του δημόσιου τομέα, όμως, η ευκαιρία για τέτοιες μεταρρυθμίσεις υπήρξε χαμηλή» (Κωστάρας, 2010). Εν κατακλείδι, το μόνο, που επιτυγχάνει ο νεοφιλελευθερισμός στη δημόσια διοίκηση (ήτοι ιδιωτικοποιήσεις) είναι η συρρίκνωσή της και η μεγέθυνση του περιφερειακού προβλήματος, που είναι πρόβλημα ανισοτήτων στο εισόδημα των ατόμων και των περιφερειών (Παπακωνσταντινίδης, 2008) καθώς και στην υγεία και ασφάλεια των ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων (Στοϊμενίδης).