Γράφουν οι:
Κώστας Παπαδημητρίου, Δρ. Πολιτικής – Διοικητικής Επιστήμης, Πρόεδρος Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος
Χριστίνα Μπαρμπαρούση, Δρ. Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ειδική Γραμματέας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Πολιτικής ΔΕΕ
Παγκοσμίως, οι δήμοι μεγεθύνονται ενώ ο διεθνής χώρος τείνει να περιφερειοποιείται. Στα πλαίσια οργάνωσης του Ελληνικού Κράτους στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα περίμενε κανείς, ότι το δύσκολο είναι να διοικηθεί ο βαθμός της περιφέρειας. Κι όμως, το δύσκολο δεν είναι να διοικηθεί ο βαθμός της περιφέρειας· αλλά του δήμου. Οι «πολιτικοί δήμαρχοι», ως μικροί πρωθυπουργοί, δεν έχουν μόνο να φέρουν εις πέρας τη διττή αποστολή των δήμων, δηλαδή την οικονομική αυτοτέλεια και τη διοικητική αυτονομία των ΟΤΑ. Οφείλουν και να προκρίνουν τον ανταποδοτικό χαρακτήρα των τοπικών υπηρεσιών, διασχίζοντας τις συμπληγάδες πέτρες, που ονομάζονται «περισσότερες αρμοδιότητες με λιγότερους πόρους» και «διαλεκτικός ανταγωνισμός με το Κράτος». Στη διελκυστίνδα μεταξύ κυβέρνησης και τοπικής διοίκησης, το κεντρικό Κράτος αντιστέκεται στην αποκέντρωση και η αποκέντρωση πιέζει για περισσότερες αρμοδιότητες το κεντρικό Κράτος, χωρίς όμως να διαμορφώνει τις δικές της συνθήκες χρηματοδότησης. Είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο. Ωστόσο, όσες εξουσίες και αν λάβει η αυτοδιοίκηση, ποτέ δεν θα έχει όσες το κεντρικό Κράτος. Το αποτέλεσμα είναι το πεδίο της αντιπαράθεσης να μεταφέρεται και στις τοπικές κοινωνίες, που αξίζουν ένα σαφές και επαρκές σύστημα αυτοδιαχείρισης ενάντια στην τυρβώδη ροή της παγκοσμιοποίησης.
Εντούτοις, το «γαλλικό» ή «Franco–group» ή «ναπολεόντειο» ή «νοτιοευρωπαϊκό» μοντέλο δημόσιας διοίκησης, στο οποίο εντάσσεται η Ελλάδα, χαρακτηρίζεται από στοιχεία εχθρικά προς τον εκσυγχρονισμό των δήμων. Συγκεκριμένα, χαρακτηρίζεται από ισχυρό συνταγματικό καθεστώς, ασθενή αυτοτέλεια της αυτοδιοίκησης, συγκεντρωτισμό των αρμοδιοτήτων, ισχυρό βαθμό πρόσβασης των ομάδων συμφερόντων στα κρατικά όργανα άσκησης εξουσίας, χαμηλή απόδοση των διαθέσιμων πόρων, δυσκαμψία του συστήματος λόγω γραφειοκρατικής τυπολατρίας (το γράμμα του νόμου), σκληρότητα του Κράτους, απουσία πληροφόρησης και δικτύωσης των δρώντων υποκειμένων, σκεπτικισμό απέναντι στην καινοτομία, αδυναμία προσαρμογής στα νέα διεθνή τεχνικά και επιστημονικά πρότυπα, δυσπιστία δημόσιας διοίκησης και κοινωνίας. Αντιθέτως, κυριαρχεί ο χαμηλός βαθμός επιστημονικότητας, τεχνογένεσης και τεχνογνωσίας στη φροντίδα των τοπικών υποθέσεων, ο χαμηλός βαθμός εταιρικής και ψηφιακής δικτύωσης και η διαπερατότητα στο σύστημα ελέγχου και εποπτείας επί των θεσμικών οργάνων.
Επομένως, η ανάγκη για εκσυγχρονισμό των δήμων είναι τουλάχιστον επιτακτική. Διότι ο σύγχρονος δήμος είναι αποτέλεσμα και έκφραση πολλών εξελίξεων. Δεν είναι πλέον μια σχετικά κλειστή κοινότητα ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους (κατά Πλάτωνα) και διευθύνουν με κάποιο τρόπο, εκ των ενόντων, τις συλλογικές υποθέσεις τους, αλλά μια ανοιχτή «μικρή» κοινωνία, που με οργανωμένο τρόπο διευθύνει τόσο τις δικές της υποθέσεις όσο και σειρά γενικότερων θεμάτων, που της αναθέτει το Κράτος. Ο σύγχρονος δήμος συνιστά την έκφραση μιας κοινωνίας διαφοροποιημένης και όχι απαραίτητα ομοιογενούς και προπάντων, μιας οικονομικής βάσης έντονα πολύμορφης. Η πολιτική του συγκρότηση είναι μεν δημοκρατική (αιρετά όργανα λήψης αποφάσεων και ανώτατης διοίκησης), αλλά η οργανωτική του είναι γραφειοκρατική (ιεραρχία θέσεων–εξουσίας, εφαρμογή νόμων–διαδικασιών, επαγγελματίες υπάλληλοι). Η δε πολιτισμική του ταυτότητα δέχεται έντονη την πίεση της παγκοσμιοποίησης. Ο δήμος που θέλουμε σήμερα βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο των αξιών, των αρχών και των ευαισθησιών ενός σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος. Θέλουμε συνεπώς έναν πολιτικο–κοινωνικό–οικονομικό–πολιτιστικό πόλο, που να παρέχει το πλαίσιο ανάπτυξης της προσωπικότητας των ανθρώπων ενώ ταυτόχρονα τους κοινωνικοποιεί, εμφυσώντας τους συλλογικές αξίες (αλληλοσεβασμού και αλληλεγγύης), ώστε να εντάσσονται με τρόπο δημιουργικό–θετικό στην ευρύτερη κοινωνία (ελληνική και παγκόσμια). Να συνιστά ένα σταθερό δίκτυο προσφοράς ποικιλίας κοινωνικών υπηρεσιών, που στοχεύουν στη βελτίωση της καθημερινότητας όλων μεν των πολιτών, αλλά κυρίως των οικογενειών, των παιδιών και, γενικότερα, των αδύναμων μελών της κοινότητας. Να αποτελεί πρότυπο δημοκρατικής λειτουργίας, δηλαδή να είναι βήμα ελεύθερης έκφρασης–άρθρωσης λόγου, ευρύτατης δυνατής συμμετοχής και υπεύθυνης λήψης αποφάσεων μέσα από διαδικασίες έντιμες και διαφανείς. Να έχει την οργάνωση εκείνη (τη «διοικητική ικανότητα»), ώστε να διαχειρίζεται με επιτυχία τα κοινά συμφέροντα και να επιλύει αποτελεσματικά τα κοινά προβλήματα. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν ο δημοτικός μηχανισμός είναι σε θέση να επεξεργάζεται και να διαμορφώνει δημόσιες πολιτικές, να τις υλοποιεί αναπτύσσοντας κατάλληλες στρατηγικές και να μετρά την απόδοσή του, τηρώντας ευλαβικά κανόνες ορθής και διαφανούς διαχείρισης. Να καλλιεργεί πολιτιστικές ταυτότητες, που να διακρίνονται τόσο από την κριτική αναπαραγωγή στοιχείων του παρελθόντος όσο και από την ανοιχτότητα στην (κριτική) πρόσληψη νέων στοιχείων–ιδεών. Να συμβάλλει μέσα από την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κοινωνικής χρησιμότητας στην εμπέδωση κοινωνικών αξιών. Να συμβάλλει μέσα από τη συμμετοχή του σε τοπικές πρωτοβουλίες και σε θεσμοθετημένες ευρύτερες αναπτυξιακές διαδικασίες (δημοκρατικό προγραμματισμό), στην κοινωνικά ωφελιμότερη αξιοποίηση τοπικών πόρων. Να διατηρεί μια ισόρροπη σχέση με το φυσικό περιβάλλον του οποίου να διασφαλίζει την ποιότητα και την αειφορία. Να αποτελεί το ύστατο καταφύγιο σε έκτακτες περιστάσεις, που αφορούν όλη την κοινωνία και σε στιγμές έντονης δυσκολίας του (εξατομικευμένου) πολίτη.
Εν κατακλείδι, γίνεται φανερό, πως οτιδήποτε μειώνει τη δύναμη ενός δήμου μειώνει εν τέλει και τη δύναμη της τοπικής κοινωνίας του. Εξάλλου, στο δύσκολο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων δεν δυσχεραίνεται από κάποιον αδιόρατο εχθρό· δυσχεραίνεται εξαιτίας της αβεβαιότητας και του φόβου των ατόμων απέναντι σε κοινωνικές διεργασίες των οποίων δεν έχουν τον έλεγχο, λόγω της ατελούς πληροφόρησης και των ατομικών κινήτρων…