Σε όλα τα επιστημονικά πεδία υπάρχουν ισχυρά συμφέροντα, τα οποία προσπαθούν να διαμορφώσουν μια βιβλιογραφία και να την προωθήσουν εντός της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και της κοινωνίας. Κάποια από τα συμφέροντα υποστηρίζουν εμφανώς λανθασμένες θεωρήσεις, που είναι εύκολο να τις καταρρίψει κανείς. Ωστόσο, η κατάρριψη γίνεται δύσκολη γιατί πάρα πολλοί επιστήμονες έχουν οργανωθεί γύρω από αυτές τις επιστημονικές περιοχές, έχουν συνταχθεί με τη συγκεκριμένη βιβλιογραφία, έχουν χτίσει την καριέρα τους με βάση αυτές τις θεωρήσεις και είναι πολύ δύσκολο να τους πει κανείς, ότι πρέπει ξαφνικά να εγκαταλείψουν αυτό που έκαναν και πρέπει να πάνε σε κάτι άλλο γιατί αυτό που υποστηρίζουν δεν οδηγεί πουθενά.

Στην Ελλάδα ο τρόπος που αντιμετωπίζεται και αξιολογείται η Πολιτική Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης από μερίδα επιστημόνων είναι ένα ηχηρό παράδειγμα, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, ήδη από το 2007 με την εισδοχή της εδαφικής συνιστώσας (γνωστή ως Εδαφική Συνοχή) στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση και πιο συστηματικά από το 2016 και μετά η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που την έφτιαξε και την προωθεί στα κράτη–μέλη έχει εντοπίσει, παραδέχεται και ψάχνει τρόπους να διορθώσει τις αστοχίες και τα εγγενή σφάλματα του υπάρχοντος συστήματος κατανομής των χρηματοδοτικών πόρων στις ευρωπαϊκές περιφέρειες καθώς δεν επιτυγχάνει τους στόχους. Γεγονός που δείχνουν, ότι δεν θέλουν να δεχθούν. Έκτοτε, η διαπίστωση αυτή καταγράφεται ρητά και ανελλιπώς σε κάθε ευρωπαϊκό κείμενο νομοθεσίας που την αφορά, σε κάθε Έκθεση Συνοχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις ανακοινώσεις των Επιτρόπων, στο Επενδυτικό Σχέδιο Γιούνκερ και ειδικά στις μελέτες αποτελεσματικότητάς του, σε κάθε επικαιροποίηση της Εδαφικής Ατζέντας, στις μελέτες των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων, στους οδηγούς του Ευρωπαϊκού Δικτύου Παρακολούθησης Χωρικού Σχεδιασμού (ESPON) και στις αξιολογήσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Όμως, ακόμη και αν δεν απαιτούνταν όλα τα παραπάνω για να αντιληφθούμε, ότι ο διανεμητικός μηχανισμός της Πολιτικής Συνοχής έχει σφάλματα, από μόνη της η αλλαγή παραδείγματος κοινοτικής ανάπτυξης από την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση στην εδαφική συνοχή των περιοχών δηλώνει περίτρανα, ότι κάτι δεν πήγε καλά και ο κατασκευαστής επιχειρεί να το διορθώσει.

Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιοποιεί αρκετούς από τους καλύτερους περιφερειολόγους διεθνώς για τη χάραξη της περιφερειακής πολιτικής και σέβεται την αρχή της αμφισβήτησης, που είναι μια θεμελιώδης αρχή της Επιστήμης. Άλλωστε, η Επιστήμη είναι «η πίστη στην άγνοια των ειδικών[1]» και ο επιστήμονας είναι κάποιος που αμφισβητεί την Επιστήμη. Με άλλα λόγια: Αφενός, δεν υπάρχει μία αλήθεια και το τέλειο σύστημα δεν έχει εφευρεθεί ακόμη, όποιος το ισχυρίζεται, πρέπει να μας υποψιάζει. Αφετέρου, κάθε θεώρηση περί «αλήθειας», δηλαδή, κάθε εκτίμηση για ένα πρόβλημα προσεγγίζεται διαφορετικά μέσα σε κάθε επιστημονική περιοχή, αλλά και μεταξύ διαφορετικών επιστημών, διότι εξηγείται μέσα από το δικό τους πρίσμα και με τα δικά τους εργαλεία. Ειδικά το δεύτερο είναι μέτρηση με αβεβαιότητα. Έτσι, όποιος βάζει το χέρι του στη φωτιά για οτιδήποτε, δεν έχει κατανοήσει τι είναι Επιστήμη. Αλλά ακόμη και αν τίποτα από όλα αυτά δεν ίσχυε, όταν η ίδια η ΕΕ λέει ότι έχει κάνει λάθη στο σχεδιασμό της περιφερειακής πολιτικής, που είναι η βασική πολιτική επενδύσεων για την ανάπτυξή της και άρα το λάθος έχει σημαντικές επιπτώσεις στο σύνολο του κοινοτικού χώρου, όταν θέτει ρητά θέμα επανεξέτασης του τρόπου κατανομής των πόρων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές περιφέρειες, διότι αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς κατέληξε, χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς γιατί είναι αναγκαίο να τη λαμβάνουμε υπ’ όψιν στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων; Έχει νόημα να αρνούμαστε τις παραδοχές των ίδιων των αρμόδιων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, που καθιέρωσαν το σύστημα; Είναι σαν να μας λέει ο κατασκευαστής ενός αυτοκινήτου που θέλουμε να αγοράσουμε, ότι έχει κάποια μηχανικά προβλήματα, αλλά εμείς τον αμφισβητούμε και φωνάζουμε περισσότερο από τον ίδιο, ότι το αυτοκίνητο είναι μια χαρά. Με ό,τι συνεπάγεται για εμάς και για τη ζωή μας την ίδια. Τη στιγμή μάλιστα όπου πλήθος μελετών στη βιβλιογραφία τεκμηριώνει και επιβεβαιώνει διεθνώς το συμπέρασμα της ΕΕ, ότι δεν επιτυγχάνει τους στόχους της συνοχής, έχοντας σοβαρή επίπτωση στη διανομή των πόρων, και συνεπώς, στις ευκαιρίες και τα επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ αναπτυγμένων και λιγότερο αναπτυγμένων περιφερειών. Αλλά ακόμη και αν η ίδια η ΕΕ δεν το παραδεχόταν, υπάρχει κάποιο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, που είναι τέλειο και δεν κάνει να το αγγίζουμε; Από πότε υπάρχουν ιερά τοτέμ στην Επιστήμη; Δεν θα χρειαζόταν έτσι κι αλλιώς να τεστάρουμε την Πολιτική Συνοχής στην πορεία των χρόνων; Μέχρι και το αλάθητο του Πάπα, που δεν εξηγεί τον κόσμο με την Επιστήμη αλλά με τη θρησκεία (και τα δόγματα που είναι γνωστό πόση δύναμη έχουν στα πλήθη), υπάρχει ένα συγκεκριμένο δωμάτιο του σπιτιού του, στο οποίο ο ίδιος αναγνωρίζει ότι δεν ισχύει (!). Επομένως, πώς θα διορθώσουμε σε εθνικό επίπεδο ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα, όταν ο βασιλιάς θέλει, αλλά ο θυρωρός δεν αφήνει; Διότι, η περιφερειακή πολιτική, σωστή ή λάθος, δεν έχει νομικά δεσμευτική ισχύ. Επαφίεται στη βούληση των κοινωνιών, αν θέλουν να την υιοθετήσουν. Δεσμευτική γίνεται από τη στιγμή που η ΕΕ δεν χρηματοδοτεί κανένα άλλο υπόδειγμα ανάπτυξης εκτός από εκείνο που αντιλαμβάνεται ως συμβατό με τον ευρωπαϊκό χώρο και τις κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες, που εξελίσσονται στα όρια της δικαιοδοσίας της. Άρα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, είναι αναγκαίο να ελέγχουμε συνεχώς αν δουλεύει ή δεν δουλεύει.

Οπότε, γυρίζουμε πάλι πίσω στο γεμάτο βεβαιότητα αφήγημα των συντεχνιακών, που λένε ότι το σύστημα κατανομής των ευρωπαϊκών πόρων είναι ένα τέλειο σύστημα χρηματοδότησης της ανάπτυξης και ευτυχώς που υπάρχει και αυτό στην Ελλάδα, διαφορετικά θα είχε έρθει μια μικρή συντέλεια στις ελληνικές περιφέρειες (αναμφιβόλως, είναι χρήσιμο και δη ως συμπληρωματική, αλλά όχι ως κύρια πηγή χρηματοδότησης). Αυτοί που το λένε μπορεί να έχουν χιλιάδες αναφορές στην επιστημονική βιβλιογραφία και πολλοί άλλοι μπορεί να βασίζονται στις μελέτες τους για να τεκμηριώσουν τις δικές τους. Και οι αναφορές σε τούτο τον εμφανώς λανθασμένο τρόπο θεώρησης του συστήματος να πληθαίνουν και να διαιωνίζονται. Όμως, την υπόθεση την έχουν ελέγξει διεθνώς εδώ και πολλά χρόνια ερευνητές και είδαν ότι δεν έχει καμία απολύτως βάση. Εξάλλου, στη χώρα μας φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού με μια βόλτα στις γειτονιές των δήμων από τα επίπεδα υποβάθμισης που παρουσιάζουν. Οι πρώτοι εξακολουθούν να δουλεύουν και να δημοσιεύουν πάνω στη «βεβαιότητά» τους, ασχέτως αν, όπως είπαμε, στην Επιστήμη υπάρχει μέτρηση με αβεβαιότητα. Δεν είναι ότι δεν το ξέρουν. Το ξέρουν, αλλά προσποιούνται ότι δεν το βλέπουν. Και παρότι οι καταρρίψεις του εξόφθαλμα λανθασμένου αφηγήματος έχουν δημοσιευθεί σε καλά περιοδικά της Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Εταιρείας Περιφερειακής Επιστήμης και όχι μόνο, οι ομάδες που έχουν συσπειρωθεί πίσω από τα συμφέροντα, θα συνεχίσουν να το υποστηρίζουν περισσότερο και από τον κατασκευαστή του μόνο και μόνο για να μπορούν να υπάρχουν. Εντούτοις, δεν θα πρέπει να μας πτοεί γιατί είναι γνωστό ποιες ανακρίβειες της βιβλιογραφίας έχουν καταρριφθεί, είναι εκεί, δημοσιευμένες σε καλά περιοδικά και ο καθένας μπορεί να τις δει.

Τέλος, υπάρχει πάντα και το άλλο ενδεχόμενο. Αν όλοι ετούτοι δεχθούν, ότι το σύστημα κατανομής των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων είναι εγγενώς προβληματικό, τότε θα πρέπει να προτείνουν και την ανάλογη θεραπεία. Πόσο εύκολο είναι αυτό; Ευτυχώς, όμως, πάντα (θα) υπάρχουν επιστημονικές ομάδες με εντιμότητα και ήθος, που παίρνουν πολύ σοβαρά το ρόλο τους και παραμένουν πιστές στον όρκο που έδωσαν…

 

 

 

[1]Ρίτσαρντ Φίλιπς Φάινμαν, Βραβείο Νόμπελ Φυσικής (1965) στην Κβαντική Μηχανική