
Δημοσίευση: Βήμα Press | 6 Νοεμβρίου 2021
Η Αστική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και είναι εξαιρετικά αναγκαία για την ευρωπαϊκή συνοχή και ανάπτυξη, παραδόξως παραμένει μια θολή έννοια. Αν και η βάση των προβλημάτων είναι κοινή, η πολυμορφία που χαρακτηρίζει τις αστικές περιοχές στην επικράτεια της ΕΕ δεν επιτρέπει το σχεδιασμό μίας και ενιαίας οικονομικής πολιτικής για την ανάπτυξη πολλών και διαφορετικών πόλεων.
Ειδικότερα, το ευρωπαϊκό αστικό σύστημα αποτελείται από μητροπόλεις, μεγάλες πόλεις, μικρές και μεσαίες πόλεις. Συγκεκριμένα, από τα 446 εκατομμύρια κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα 2/3 και πλέον του πληθυσμού είναι συγκεντρωμένα στις πόλεις. Που σημαίνει ότι παράγουν περίπου το 85% του κοινοτικού ΑΕΠ και καταναλώνουν το 80% της ενέργειας. Ο αστικός συνωστισμός δημιούργησε το φαινόμενο της αστικοποίησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Αυτό λοιπόν αποτελεί ένα παράδοξο. Καθώς, αν και οι πόλεις είναι η κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη, εξαιτίας των συγκεντρώσεων αντιμετωπίζουν ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων, που προκαλούν οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και εξάντληση των φυσικών πόρων. Και όσο αυξάνονται οι ανισότητες, μειώνεται η ποιότητα ζωής στις πόλεις.
Κατά συνέπεια, όπως ανταγωνίζονται τα άτομα και οι ομάδες ατόμων μεταξύ τους, έτσι ανταγωνίζονται και οι πόλεις μεταξύ τους, για οικονομικές δραστηριότητες, θέσεις εργασίας και υποδομές, ώστε να ξεπεράσουν τα αστικά προβλήματα που προκαλούν οι συγκεντρώσεις. Σε αυτό τον ανταγωνισμό, οι πόλεις διαφοροποιούνται η μια από την άλλη: στην πληθυσμιακή πυκνότητα, την οικονομική βάση, την εξειδίκευση, τις υπηρεσίες με υψηλή τεχνολογία, την προσβασιμότητα, τη διασυνδεσιμότητα, τις τηλεπικοινωνίες, την ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος και τη θεσμική αναπτυξιακή ικανότητα και με βάση αυτά τα σημεία διαφοροποίησης σχηματίζουν την αναπτυξιακή τους προοπτική. Και επειδή αποτελούν τμήματα ευρύτερων χωρικών οντοτήτων, όπως οι περιφέρειες και τα κράτη-μέλη, οι συνθήκες διαμορφώνονται επηρεαζόμενες και από την υφιστάμενη κατάσταση στα άλλα επίπεδα.
Σε αυτή την περίπτωση, η μεθοδολογία για την οικονομική ανάπτυξη των πόλεων είναι ο αστικός σχεδιασμός. Το ζητούμενο είναι η εξισορρόπηση των ανισοτήτων που δημιουργούνται από τη συνύπαρξη των δύο άκρων εντός του ευρωπαϊκού αστικού δικτύου. Δηλαδή, από τη μία υπάρχουν οι μητροπόλεις στις οποίες συγκεντρώνονται οι πόροι και οι οικονομικές δραστηριότητες, οπότε δίδεται έμφαση και προβολή σε εκείνο το χαρακτηριστικό που διακρίνει την κάθε μητρόπολη και από την άλλη υπάρχουν οι μικρές πόλεις, οι οποίες συχνά βρίσκονται στη σκιά των μεγάλων κέντρων, αλλά με αναδιάρθρωση, ενδογέννεση των πόρων και με αξιοποίηση του ενδογενούς δυναμικού είναι δυνατό οι ανισότητες να αμβλυνθούν.
Συγκεκριμένα, ο αστικός σχεδιασμός στοχεύει: στη δημογραφική εξέλιξη, την αξιοποίηση και βιωσιμότητα των εδαφικών πόρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, την προσβασιμότητα, τη συνδεσιμότητα και τη δικτύωση πόρων, δρώντων και δραστηριοτήτων, την παραγωγή καινοτομίας με αξιοποίηση της γνώσης για την τόνωση της επιχειρηματικότητας για την ελκυστικότητα των πόλεων και τη δημιουργία θέσεων εργασίας· εδώ η αστική διακυβέρνηση έχει ενεργό ρόλο, ώστε να επιτρέψει τη συνολική ανάπλαση των περιοχών, που θα χαρακτηρίζονται πλέον από κοινωνική συνοχή και ασφάλεια.
Και επειδή ο χώρος ορισμού είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου κάθε ενέργεια δρα συμπληρωματικά με μια άλλη με σκοπό την ολοκλήρωση, πρέπει οι ενέργειες του αναπτυξιακού σχεδιασμού στην κάθε πόλη και εντός του ίδιου κράτους-μέλους και μεταξύ διαφορετικών κρατών-μελών να αποτελούν μέρος του συνολικότερου οράματος της Πολιτικής Συνοχής. Όμως, για το περιφερειακό επίπεδο της Πολιτικής Συνοχής, με κλίμακα σχεδιασμού την περιφέρεια στην οποία εμπεριέχονται οι πόλεις, ενώ υπάρχει σαφής περιφερειακή πολιτική, δεν υπάρχει σαφής μεθοδολογία. Αντίθετα, στο αστικό επίπεδο σχεδιασμού, ενώ υπάρχει μεθοδολογία, δεν υπάρχει αστική πολιτική.
Οπότε λοιπόν η αστική ανάπτυξη τοποθετείται ως μια διάσταση στην Πολιτική Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι ως μία αυτοδύναμη κοινοτική λειτουργία. Η έννοια τέθηκε και άρχισε να διερευνάται σταδιακά από το 1985 και έπειτα. Κατά κύριο λόγο, διακρίνεται στην οικονομική και κοινωνική συνοχή και στη διαχείριση του περιβάλλοντος, ενώ τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται λόγος και για την εδαφική διάσταση της αστικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβάνοντας στους δύο πυλώνες και το έδαφος ως χώρο. Ο σκοπός της αστικής πολιτικής είναι η ανάπτυξη των αστικών περιοχών.
Ενδεικτικά μερικά από τα θέματα στη διάταξη της αστικής ατζέντας για την οικονομική ανάπτυξη των πόλεων, τα προβλήματα των οποίων επιχειρούν να επιλύσουν οι ευρωπαϊκοί φορείς απόφασης με τα μέσα άσκησης της πολιτικής είναι: η κυκλική οικονομία, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ο πολιτισμός, η ψηφιακή και η ενεργειακή μετάβαση, η στέγαση, οι καινοτόμες και υπεύθυνες δημόσιες συμβάσεις, η ένταξη των μεταναστών και των προσφύγων, η απασχόληση και οι δεξιότητες στην τοπική οικονομία, η βιώσιμη χρήση της γης και λύσεις βασισμένες στη φύση, η αστική κινητικότητα και η αστική φτώχεια.
Επίσης, σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί για το Δίκτυο Αστικής Ανάπτυξης, τις Έξυπνες Πόλεις, το Σύμφωνο των Δημάρχων για το Κλίμα και την Ενέργεια, που αποτελούν τμήματα και είναι εναρμονισμένες με τη Διεθνή Αστική Πολιτική όπως ασκείται από τα Ηνωμένα Έθνη. Επιπλέον, πολύτιμη ήταν και είναι προς αυτή την κατεύθυνση η καθιέρωση των προγραμμάτων Horizon 2020, URBACT III, JASPERS, LIFE. Επιπροσθέτως, επειδή πάντα η Ευρωπαϊκή Ένωση επικοινωνεί τις αναπτυξιακές δράσεις της με ένα προσιτό τρόπο στους πολίτες, συχνά μεταφέρει το περιεχόμενο των πολιτικών στις τοπικές κοινωνίες με τη μορφή κοινωνικών εκδηλώσεων. Οι πιο σημαντικές είναι η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα των Περιφερειών και των Πόλεων, η Εβδομάδα Κινητικότητας, το Φόρουμ των Πόλεων, ενώ επιβραβεύει και τις καλές πρακτικές.
Εν κατακλείδι, η αστική ανάπτυξη για την τρέχουσα προγραμματική περίοδο ορίζεται ως έξυπνη, διατηρήσιμη, κοινωνική και χωρίς αποκλεισμούς, συνδεδεμένη και ολοκληρωμένη προς όφελος των πολιτών και των κρατών-μελών καθώς οι παλαιές προκλήσεις παραμένουν και εντείνονται, ενώ εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης προστίθεται και μία ακόμη: η συρρίκνωση των πόλεων. Όσο το φαινόμενο προχωρά, αυξάνεται η εξωτερική μετανάστευση, η δημογραφική παρακμή, η ανεργία, το κτιριακό και εδαφικό πλεόνασμα στις πόλεις και οι αντιοικονομίες. Ενώ ταυτόχρονα μειώνονται η κατανάλωση των αγαθών, η χρηματοδότηση της παραγωγής και τα έσοδα. Παρά ταύτα, ο αστικός σχεδιασμός πάντα θα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα στηρίζεται κάθε πολιτική για τις πόλεις.