Οικονομική Ανάπτυξη ή Μεγέθυνση;

Παγκοσμίως, οι χώρες καταγράφουν διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και εμφανίζουν διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης. Κοινώς, το χωρικό πρότυπο των ρυθμών μεγέθυνσης και των επιπέδων ανάπτυξης των χωρών του κόσμου είναι ασύμμετρο. Οι κυριότεροι παράγοντες που ευθύνονται για τη χωρική ασυμμετρία είναι:

  • οι φυσικοί πόροι και η γεωγραφική θέση,
  • οι δομές (υποδομή και ανωδομή),
  • το εργατικό δυναμικό (ενεργό και ανενεργό),
  • η διάρθρωση της οικονομίας (πρωτογενούς, δευτερογενούς, τριτογενούς τομέα),
  • οι θεσμοί (σύστημα οργάνωσης, σύστημα αξιών)
  • η πληθυσμιακή σύνθεση (ποιοτικά και ποσοτικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά),
  • η γνώση, η τεχνογνωσία και η καινοτομία,
  • τα δίκτυα (ψηφιακά και συμβατικά ως συστάδες επιχειρήσεων),
  • η επιχειρηματικότητα και η ανταγωνιστικότητα.

Cairo

Philippines

 

 

 

 

 

 

 

1. Η χωρική διάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων.

Οι ανισότητες είναι πρόβλημα του χώρου.

Με την κατανομή των πόρων, των δραστηριοτήτων και των παραγόμενων εξ αυτών οικονομικών και κοινωνικών αποτελεσμάτων στο χώρο, είτε σε συγκεντρώσεις είτε σε διασπορά, το οικονομικό πρόβλημα προεκτείνεται σε περιφερειακό.

Υπάρχει, δηλαδή, μια συσχέτιση του συντελεστή του εδάφους με την κατανομή ή/και μεταβολή των μεγεθών των οικονομικών δραστηριοτήτων (εργασίας, κεφαλαίου, παραγωγής, επιχειρηματικότητας) στο χώρο. Η σπουδαιότητα της συσχέτισης προκύπτει από το γεγονός, ότι η οικονομία δεν πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητη από το χώρο, αφού ό,τι συμβαίνει μέσα στο σύστημα της αγοράς, συναρτάται από το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, σε περιπτώσεις όπου παρατηρούνται διαφορετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης και επιπέδου ανάπτυξης, συμβαίνουν τα παρακάτω:

Ο συντελεστής του εδάφους είναι παράγοντας κατανομής των φυσικών πόρων στο χώρο.

Σύμφωνα με τη Θεωρία Έλλειψης και Αφθονίας των Φυσικών Πόρων (staple theory or recourse based theory), η άνιση παραγωγή και κατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων στο χώρο διαμορφώνεται με βάση αυτό το βαθμό. Η γεωγραφική θέση, ο ορυκτός πλούτος, οι κλιματολογικές συνθήκες, η μορφολογία – ποιότητα του εδάφους, η ποσότητα και η ποιότητα του νερού, χλωρίδα και πανίδα αποτελούν συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων εδαφικών οντοτήτων.

Συνεπώς, οι εδαφικές οντότητες που διαθέτουν περισσότερους φυσικούς πόρους προς εκμετάλλευση, δημιουργούν και συγκεντρώνουν στα χωρικά τους όρια περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες και παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης και ταχύτερους ρυθμούς μεγέθυνσης από κάποιες άλλες. Αυτό το φαινόμενο αποτέλεσε αφορμή για τη γέννηση της βιώσιμης και αυτοδύναμης ανάπτυξης (self-reliant and sustainable development), η οποία επιτρέπει στις εδαφικές οντότητες να αναπτύσσονται μόνες τους και να βοηθούν και άλλες που βρίσκονται σε υστέρηση.

Στον αντίποδα, παρατηρείται το παράδοξο της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης φυσικού πλούτου και ρυθμού μεγέθυνσης ή/και επιπέδου ανάπτυξης των χωρών, τον οποίο διαθέτουν σε αφθονία σε σύγκριση με άλλες λιγότερο ευνοημένες. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται εν μέρει στην εξάντληση του φυσικού κεφαλαίου που διαθέτουν σε αφθονία (Dutch disease) και στην αποτυχία της κυβέρνησης (government failure) να διαχειριστεί και να διανείμει ισόρροπα το φυσικό τους πλούτο στην κοινωνία / αγορά. Δηλαδή, η χώρα που διαθέτει πλούτο πρέπει να μπορεί και να τον διαπραγματευθεί και να τον αξιοποιήσει.

Οι συντελεστές συμμετοχής, εγκατάστασης και ειδίκευσης είναι παράγοντες κατανομής των οικονομικών δραστηριοτήτων στο χώρο.

Η πληθυσμιακή σύνθεση.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που συγκεντρώνει η σύνθεση του πληθυσμού είναι αυτά που αυξομειώνουν την ενσωματωμένη γνώση, η οποία αντίστοιχα διαμορφώνει και την ποιότητα της εργασίας, δηλαδή το βαθμό εξειδίκευσης, τον καταμερισμό της εργασίας και το ύψος της συνολικής παραγωγής σε μια εδαφική οντότητα. Συχνά αναφέρεται και ως ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο επιδρά στην αύξηση της παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής και σε σχέση με την τεχνολογική μεταβολή.

Η αύξηση της συνολικής παραγωγής με τη σειρά της γίνεται παράγοντας έλξης και άλλων ανθρώπινων, επιχειρηματικών και τεχνολογικών πόρων και, ως εκ τούτου, συμβάλλει στη διαμόρφωση του επιπέδου ανάπτυξης ή του ρυθμού μεγέθυνσης μεταξύ διαφορετικών εδαφικών οντοτήτων.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο μαζί με το κοινωνικό διαμορφώνουν το πρότυπο της ανάπτυξης που βασίζεται στη γνώση (θεωρία ενδογενούς ανάπτυξης) έναντι του προτύπου ανάπτυξης που βασίζεται στους πόρους (νεοκλασική θεωρία).

Η διάρθρωση της οικονομίας.

Κατά τις δεκαετίες 1940–1950 και το ρεύμα της Οικονομικής της Συσσώρευσης, διατυπώνεται ότι η αγορά δημιουργεί εξωτερικές και εσωτερικές οικονομίες κλίμακας με τάσεις συγκέντρωσης στο χώρο. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Μεγάλης Ώθησης (big push theory), μικρές και διαδοχικές αυξήσεις των επενδύσεων δημιουργούν διαρκή ανάπτυξη. Σύμφωνα με τη Θεωρία των Διασυνδέσεων των Κλάδων Οικονομίας (forward and backward linkages), ανάμεσα σε αυτούς αναπτύσσονται δεσμοί που οδηγούν στην ισόρροπη ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Εξαγωγικής Βάσης (export base theory), το διεθνές εμπόριο ως το σύνολο των εξαγώγιμων αγαθών και υπηρεσιών συμβάλλει στην εξέλιξη του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης μιας περιφέρειας, αναδεικνύοντας τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά μιας χώρας. Η εξαγωγική βάση διέρχεται από στάδια εξέλιξης μέχρι την ανάπτυξη: ο τομέας των κύριων αγαθών και υπηρεσιών των ανεπτυγμένων περιφερειών ως η βάση της οικονομίας τους δημιουργεί εξωτερικές οικονομίες, εισροή ξένων κεφαλαίων, βελτίωση των δικτύων μεταφορών και επέκταση της βιομηχανίας στις τοπικές αγορές. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ενισχύονται οι μονάδες τοπικής κλίμακας και αρχίζουν να εξάγουν στις άλλες περιφέρειες, διευρύνοντας την εξαγωγική βάση της περιφέρειας (συγκριτικό πλεονέκτημα).

Κατά την Τομεακή Θεωρία (sector theory), η τοπική παραγωγή καταναλώνεται μέσα στην περιφέρεια και η κλειστή της οικονομία μεταβαίνει προς την ωριμότητα με εξειδίκευση της αγροτικής καλλιέργειας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, αυξάνεται ο δευτερογενής και ο τριτογενής τομέας, όπου συνεπάγεται: βελτίωση των δικτύων μεταφορών για διευκόλυνση της ανταλλαγής των αγροτικών προϊόντων, αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας για την πληρωμή των υπηρεσιών (μεταφορές και εμπορευματοποίηση του αγροτικού πλεονάσματος). Αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση της αγοράς προϊόντος με τη δημιουργία κέντρων εμπορίου, διοικητικών και βιομηχανικών κέντρων.

Σύμφωνα με τον Rostow (1960), η περιφέρεια που συγκεντρώνει στο έδαφός της όλους τους πόρους, θεωρείται κυρίαρχη και συμμετέχει στην όξυνση του περιφερειακού προβλήματος, συντηρώντας τις έντονες διαπεριφερειακές ανισότητες, αφού δημιουργεί υπανάπτυξη σε κάποιες άλλες.

Από το 1960 και έπειτα και σύμφωνα με τη Νεοκλασική Προσέγγιση, η αγορά εστιάζει στο μέγεθος της προσφοράς και του τεχνολογικού επιπέδου και δημιουργεί σταθερές οικονομίες κλίμακας συντελεστών παραγωγής, πλήρη ανταγωνισμό προϊόντων και εργασίας και γενική ισορροπία.

Κατά τη συνάρτηση παραγωγής των Cobb, Douglas, στην πλήρως ανταγωνιστική αγορά η ταυτόχρονη αύξηση εργασίας και κεφαλαίου δημιουργεί ισόποση αύξηση του προϊόντος και φθίνουσα πορεία στην παραγωγικότητα.

Κατά το υπόδειγμα των Hecscher, Ohlin, δύο περιφέρειες είναι δυνατό να εξειδικεύονται σε προϊόντα των οποίων τον συντελεστή παραγωγής διαθέτουν σε αφθονία (χαμηλό κόστος παραγωγής, εξειδίκευση, ανταγωνιστικές τιμές, συγκριτικό πλεονέκτημα). Κατά τον Samuelson, το συγκριτικό πλεονέκτημα εξισώνει τις αμοιβές εργασίας και του κεφαλαίου μέσω του μηχανισμού διαπεριφερειακού εμπορίου.

Εν τέλει, ο μηχανισμός της κινητικότητας της εργασίας στο έδαφος εξισορροπεί τις χωρικές ανισορροπίες, ανακατανέμοντας το εργατικό δυναμικό από περιοχές με χαμηλές αμοιβές εργασίας σε περιοχές με υψηλές αμοιβές, αυτόματα και χωρίς κρατικές παρεμβατικές πολιτικές.

Κατά τις δεκαετίες 1970–1980 και τις Θεωρίες των Οικονομιών Συγκέντρωσης, τα αστικά κέντρα ευνοούν την αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων με αύξηση της παραγωγικότητας, αφού επικρατούν οι εξωτερικές οικονομίες σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού.

Κατά τον Porter (1990), η συγκέντρωση των παραπάνω σε μια εδαφική οντότητα τονώνει την κλαδική / βιομηχανική παραγωγή της οικονομίας της και κατά συνέπεια και το ως άνω συγκριτικό της πλεονέκτημα έναντι άλλων εδαφικών οντοτήτων (οικονομικό κεφάλαιο).

Κατά τη Θεωρία του Κέντρου – Περιφέρειας ή Πολωμένης Ανάπτυξης (Friedmann, 1970), η συγκέντρωση πόρων, προσελκύει περισσότερους νεοτερισμούς, περισσότερη πληροφορία, μεγάλη οικονομική απόδοση.

Κατά τις Θεωρίες Ενδογενούς Ανάπτυξης που διατυπώθηκαν κυρίως μεταξύ 1986 (Romer) και 1991 (Krugman, 1991, Νέα Οικονομική Γεωγραφία), ο ατελής ανταγωνισμός οδηγεί στην παραγωγή διαφοροποιημένων προϊόντων, σε αύξουσες αποδόσεις κλίμακας, κινητικότητα εργασίας και κεφαλαίου, με το κόστος μεταφοράς υπό το γεωγραφικό παράγοντα να διαδραματίζει ρυθμιστικό ρόλο στην κατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων στο χώρο. Γι’ αυτό, και η συσσώρευση γνώσης που υποβοηθάται από τις αύξουσες αποδόσεις κλίμακας, ελκύει μεγάλες επενδύσεις, αυξάνοντας αναλογικά το προϊόν και το ΑΕΠ με ταχύτερους ρυθμούς στις ανεπτυγμένες χώρες από ό,τι στις αναπτυσσόμενες. Οι οικονομίες συγκέντρωσης λειτουργούν ως εδαφικές οντότητες έλξης και άλλων δραστηριοτήτων και πόρων.

Οι δομές (υποδομή – ανωδομή).

Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι δημόσιες παρεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον που αναφέρονται ως το τεχνητό περιβάλλον, όπως τα δίκτυα μεταφορών, ύδρευσης και άρδευσης, η ρυμοτομία, οι ζώνες και οι χρήσεις γης (υποδομή).

Σύμφωνα με τη Θεωρία του Διεθνούς Εμπορίου, η γεωγραφική απόσταση και χωροθέτηση των επιχειρήσεων επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών σε σχέση με τα κόστη που αντιμετωπίζουν. Οι υποδομές στο χώρο διαμορφώνουν τις οικονομίες κλίμακας, οι οποίες προάγουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των μεγάλων επιχειρήσεων, που προκύπτουν από τη σχέση μηχανισμού τιμών και κόστους εργασίας και εγκατάστασης.

Επιπλέον, συμπεριλαμβάνονται οι λειτουργίες της κοινωνίας και η υπεραξία που δημιουργείται από τη δραστηριότητα που παράγεται στις υποδομές, όπως η γραφειοκρατική οργάνωση (σύστημα διακυβέρνησης και δημόσιες λειτουργίες). Η επαρκείς δομές λειτουργούν ως πόλος έλξης πρόσθετων δραστηριοτήτων, καθώς πολλαπλασιάζουν τα παραγόμενα αποτελέσματα (κεφάλαιο υποδομής).

Οι θεσμοί και η κοινωνική κατάσταση.

Άλλως ονομάζεται και ως θεσμική πυκνότητα, κοινωνικό κεφάλαιο (institutional capital, social capital, relational capital), καινοτόμος περιφέρεια. Αυτή η διάσταση βελτιώνει διαρκώς τις προηγούμενες (γνωσιολογική κατάσταση πληθυσμού, οικονομικές δραστηριότητες και αποδοτικότητα δομών), μέσω της συνεχούς μάθησης. Γι’ αυτό και συχνά αναφέρεται ως ξεχωριστός συντελεστής παραγωγής του μοντέλου ανάπτυξης, αφού αυξάνει το συγκριτικό πλεονέκτημα της εδαφικής οντότητας στην οποία συγκεντρώνεται.

Palo Alto, Silicon Valley, USA

China

 

 

 

 

 

 

 

 

Κεντρικό εργαλείο αναδιανομής πόρων και πολιτικών αποτελούν οι δημόσιες αποφάσεις που μετατρέπονται σε μέσα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής του κράτους για τη σταθεροποίηση των οικονομικών διαταραχών (πληθωρισμού και ανεργίας), που οδηγούν στις εισοδηματικές ανισότητες (αμοιβών εργασίας και συγκέντρωσης πλούτου) μεταξύ των ατόμων.

Η καινοτομία σύμφωνα με τη Θεωρία του Καινοτόμου Επιχειρηματία (Schumpeter, 1934), αναφέρεται στην ανάπτυξη νέων προϊόντων με βάση την τεχνολογική πρόοδο και την εξειδίκευση βασισμένη στη γνώση, στη θεωρία της Νέας Οικονομικής Γεωγραφίας, ως η έξυπνη εξειδίκευση του παραγωγικού συντελεστή εργασίας καθώς και στις Θεωρίες Οικονομικής Μεγέθυνσης ως υπεραξία της εργασίας από τη γνώση. Δηλαδή, η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει την παραγωγή καινοτόμων προϊόντων, που διαμορφώνουν το συγκριτικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων που τα διαθέτουν στην αγορά, προσελκύοντας και άλλους οικονομικούς και μη πόρους καθώς και υλικούς και άυλους (συμβολή στο ΑΕγχΠ).

Το κοινωνικό ή σχεσιακό κεφάλαιο είναι το μοναδικό είδος παραγωγικού συντελεστή που δεν έχει φθίνουσες αποδόσεις (όπως οι φυσικοί πόροι και το οικονομικό κεφάλαιο των οικονομιών κλίμακας) καθώς όσο η γνώση αυξάνεται, βελτιώνεται και η παραγωγικότητα των εργαζομένων (άυλα αγαθά, intangible goods) (Furtado, 1983, Romer, 1986). Γι’ αυτό και όταν αυξάνει την καινοτομία στη συνολική παραγωγή, αποτελεί και θετική εξωτερική οικονομία.

Εν συνεχεία, τα επιχειρηματικά – συμβατικά και τα ψηφιακά δίκτυα διοχετεύουν ως δίαυλοι επικοινωνίας και μεταφοράς τη γνώση στο ευρύτερο εξωτερικό περιβάλλον, αποδίδοντας προστιθέμενη αξία στη χωρική οντότητα.

Συμπερασματικά, ο βαθμός συγκέντρωσης ή διασποράς των παραπάνω μεγεθών σε μια χωρική οντότητα αποτελούν την εδαφική δυναμικότητά της, από την οποία προσδιορίζεται και το περιφερειακό πρόβλημα (ασυμμετρία) μεταξύ πολλών όμορων και μη χωρικών οντοτήτων (Friedman, Weaver, 1979, Krugman, 1991). Η ένταση του περιφερειακού προβλήματος (αισιόδοξο, απαισιόδοξο σενάριο του Myrdal) εξαρτάται από την ελκτική δύναμη που ασκεί μια χωρική οντότητα με τη δυναμικότητά της σε κάποια άλλη, όμορη ή μη, δεδομένου του πεπερασμένου των πόρων, απορροφώντας κεφάλαιο, εργατικό δυναμικό, παραγωγικούς συντελεστές, δομές (υποδομή και ανωδομή) και τεχνολογικά δίκτυα. Στη συνέχεια, από τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση διαμορφώνονται και οι ρυθμοί μεγέθυνσης / επίπεδα ανάπτυξης στις οικονομίες του χώρου.

Οι λόγοι διόρθωσης της άνισης κατανομής των πόρων στο χώρο.

Mexico

Mumbai

 

 

 

 

 

 

 

Οι οικονομικοί λόγοι.

Το περιφερειακό πρόβλημα μπορεί να δημιουργείται ή/και να οξύνει τις υπάρχουσες ανισότητες στο χώρο από την αυξημένη συγκέντρωση των παραπάνω πόρων. Επειδή οι πόροι είναι πεπερασμένοι (οικονομικό πρόβλημα), όταν αυτοί βρίσκονται σε αφθονία σε μια χωρική οντότητα, τότε εκλείπουν από μια άλλη. Και επειδή η ποσοτική τους μεγέθυνση δεν συνεπάγεται ποιοτική αύξηση της ανάπτυξης της χωρικής οντότητας, είναι δυνατό να μείνουν αναξιοποίητοι. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε υποαπασχόληση συντελεστών παραγωγής, οικονομικές διαταραχές (πληθωρισμό και ανεργία άνω του εθνικού μέσου όρου), αύξηση της φορολογίας και των εισαγωγών, μείωση του ΑΕΠ και αύξηση των διαφορών στο εισόδημα και τις αμοιβές εργασίας.

Τότε, εκτός από τις διαφορές στο χώρο, δημιουργούνται διαφορές και στα άτομα (στον πλούτο) (Amin, 1971). Έτσι, είναι δυνατό λόγω κοινωνικής δυσαρέσκειας, μείωσης του εισοδήματος και του επιπέδου ευημερίας, να προκληθούν μαζικές εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμού προς χωρικές οντότητες με μικρότερες ή/και καθόλου ανισότητες, δημιουργώντας συμφόρηση των αστικών κέντρων (δημιουργώντας μεγαλύτερες ανισότητες αστικών κέντρων και περιφερειών).

Σύμφωνα με τη Νεοκλασική Οικονομική Θεωρία, ο μηχανισμός των τιμών της αγοράς θα έπρεπε να διορθώνει τις ως άνω περιφερειακές ανισότητες. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα την παρέμβαση του μηχανισμού του κράτους με μέσα άσκησης δημοσιονομικής, φορολογικής, νομισματικής – πιστωτικής, εξωτερικής πολιτικής, άμεσου ελέγχου και θεσμικά μέσα αναδιανεμητικού χαρακτήρα: οι ανεπτυγμένες χώρες παραχωρούν μέρος του πλούτου τους στις υπανάπτυκτες (αναδιάρθρωση).

Οι κοινωνικοπολιτικοί λόγοι.

Το περιφερειακό πρόβλημα δημιουργεί ανισότητες και στην κατανομή του πλούτου ανάμεσα στα άτομα (εισόδημα και αμοιβές εργασίας). Το ποσοστό ανεργίας και η ισχύς των κοινωνικών ομάδων πίεσης των οικονομικών περιφερειών ορίζουν και το ύψος των μεταβιβαστικών πληρωμών του κράτους (μισθοί, συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα) και συνεπώς και την περιφερειακή πολιτική του για την αντιμετώπιση του περιφερειακού προβλήματος.

Βασικό ζήτημα της περιφερειακής πολιτικής είναι η ισότητα (προτάσσονται κοινωνικά κριτήρια) και η αποτελεσματικότητα – αποδοτικότητα (προτάσσονται οικονομικά κριτήρια) στην άσκηση των δημοσιονομικών μέσων παρέμβασης στην αποτυχία του μηχανισμού των τιμών της αγοράς να διορθώσει τη χωρική ασυμμετρία στους ρυθμούς μεγέθυνσης και τα επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ διαφορετικών χωρικών οντοτήτων.

Οι περιβαλλοντικοί λόγοι.

Το περιφερειακό πρόβλημα δημιουργεί διαφορές και στην περιβαλλοντική οικονομία: στο βαθμό εκμετάλλευσης και ρύπανσης του περιβάλλοντος καθώς και τη βιωσιμότητα του οικονομικού συστήματος μέσα σε αυτό. Η συγκέντρωση πληθυσμού και βιομηχανικών πόρων στα μεγάλα κέντρα οξύνει την περιβαλλοντική ρύπανση σε αυτές τις περιοχές, εξαντλεί τους φυσικούς πόρους και καθίσταται ως πηγή εξωτερικών επιβαρύνσεων (αντιοικονομίες) στην υγεία και το εισόδημα.

Εν κατακλείδι, λόγω όλων των παραπάνω παραγόντων, η Περιφερειακή Επιστήμη χρησιμοποιεί συγκεκριμένα εργαλεία μέτρησης των ρυθμών μεγέθυνσης και του επιπέδου ανάπτυξης εντός μιας χωρικής οντότητας ή μεταξύ διαφορετικών, από τα αποτελέσματα των οποίων θα διαμορφωθεί και η άσκηση της εκάστοτε εξειδικευμένης οικονομικής περιφερειακής πολιτικής.

 

2. Συσχετισμός παραγόντων χωρικής ασυμμετρίας, οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης.

Προσδιοριστικοί παράγοντες του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.

Τα κριτήρια μέτρησης της μεγέθυνσης και της ανάπτυξης σε γενικές γραμμές συγκλίνουν και αφορούν:

  • Την παραγωγικότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων.
  • Την κοινωνική δικαιοσύνη στην κατανομή του πλούτου.
  • Την αειφορία των πόρων.
  • Την ενδογενή αναπτυξιακή διαδικασία.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός (μέτρηση) των παραπάνω έχει επικρατήσει να διενεργείται από την Παγκόσμια Τράπεζα με το δείκτη ευημερίας του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ταξινομώντας τις χώρες σε τρεις κατηγορίες: 53 χώρες με χαμηλό κ.κ.ΑΕΠ, 96 χώρες με μέσο κ.κ.ΑΕΠ και 41 χώρες με υψηλό κ.κ.ΑΕΠ. Οι τιμές του δείκτη είναι από το 0 (μηδέν) έως το 1 (ένα) (Δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης: Human Development Index).

Το ΑΕΠ και το ΑΕγχΠ αναφέρονται στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας, δηλαδή, της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών μιας οικονομίας και για μια συγκεκριμένη περίοδο. Η μέτρηση του ρυθμού μεγέθυνσης των δύο βοηθά στον προσδιορισμό της ικανότητας μιας οικονομίας να παράγει αγαθά και υπηρεσίες από τη μια χρονική περίοδο σε μια άλλη. Ο προσδιορισμός της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας με τη σειρά του οδηγεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τα αίτια των μεταβολών του βιοτικού επιπέδου των ατόμων εσωτερικά της οικονομίας αυτής ενώ η σύγκριση ανάμεσα στα άτομα διαφορετικών οικονομιών επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά και με τις αιτίες αύξησης ή μείωσης του βιοτικού επιπέδου.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, επιχειρείται η απόδοση απαντήσεων στα ερωτήματα, αναφορικά με το τι είναι αυτό που επιτρέπει σε ορισμένες οικονομίες να μεγεθύνονται και σε κάποιες άλλες δεν το επιτρέπει. Ή, επεκτείνοντας, γιατί σε κάποιες χώρες παρατηρείται συγκέντρωση πλούτου και σε κάποιες άλλες παρατηρείται συγκέντρωση φτώχιας (ερώτημα που έθεσε ο Myrdal το 1957).

Συνεπώς, αλλαγή στο ρυθμό μεταβολής του συνολικού προϊόντος μιας οικονομίας και σε μια δεδομένη χρονική στιγμή συνεπάγεται και αλλαγή στη μεταβολή του βιοτικού επιπέδου των ατόμων μέσα σε αυτή.

Εργαλεία μέτρησης της οικονομικής μεγέθυνσης.

Η οικονομική μεγέθυνση διαμορφώνεται από τις εισροές, δηλαδή τους συντελεστές παραγωγής: φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς και τεχνολογική γνώση, με βάση τη χρονική μεταβολή των οικονομικών μεγεθών που την προσδιορίζουν, ενώ τα μεγέθη αυτά μεταβάλλονται βραχυχρόνια, μεσοπρόθεσμα και μακροχρόνια.

Στη βραχυχρόνια περίοδο (ένα έτος), οι διακυμάνσεις (αυξήσεις ή μειώσεις) του προϊόντος μιας οικονομίας επηρεάζονται από τη ζήτηση: μια πιθανή αύξηση της ζήτησης του προϊόντος ακολουθεί και αύξηση της παραγωγής του (επέκταση). Αντίθετα, η μείωση της παραγωγής προσδιορίζεται από τη μείωση στη ζήτηση για κατανάλωση και επένδυση (ύφεση). Οπότε, οι μεταβολές και οι συγκρίσεις σε αυτή την περίοδο επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με το τι συμβαίνει στην οικονομική μεγέθυνση από έτος σε έτος. Βραχυχρόνια, ένας τουλάχιστον συντελεστής παραμένει σταθερός και μεταβάλλεται μόνο ο συντελεστής της εργασίας.

Στη μεσοπρόθεση περίοδο, οι διακυμάνσεις (αυξήσεις ή μειώσεις) του προϊόντος μιας οικονομίας επηρεάζονται από την προσφορά: του κεφαλαιακού αποθέματος, του τεχνολογικού επιπέδου και του μεγέθους του εργατικού δυναμικού. Το κεφαλαιακό απόθεμα εξαρτάται από την αποταμίευση και την προσέλκυση επενδύσεων. Το τεχνολογικό επίπεδο εξαρτάται από την κτήση της τεχνογνωσίας – καινοτομίας και την ποιότητα των δομών (υποδομή, ανωδομή). Η ποιότητα του εργατικού δυναμικού εξαρτάται από τις ικανότητες – δεξιότητες (κατάρτιση και εξειδίκευση).

Στη μακροπρόθεσμη περίοδο, οι διακυμάνσεις (αυξήσεις ή μειώσεις) του προϊόντος μιας οικονομίας επηρεάζονται από το φυσικό κεφάλαιο, το ανθρώπινο κεφάλαιο και την παραγωγικότητα της εργασίας. Η συνολική παραγωγή των αγαθών και υπηρεσιών εξαρτάται από την ποσότητα (μέγεθος) των συντελεστών παραγωγής και την ικανότητα μετατροπής τους σε προϊόν. Μακροχρόνια, κανένας συντελεστής δεν παραμένει σταθερός.

Συνεπώς, από τα ως άνω προκύπτει το εθνικό εισόδημα, το οποίο εξαρτάται από το επίπεδο παραγωγής των επιχειρήσεων της οικονομίας, από το πώς κατανέμεται στα νοικοκυριά μέσω των αγορών συντελεστών και από το μέγεθος της αποταμίευσής του από τα νοικοκυριά.

Δηλαδή, η οικονομική μεγέθυνση, που μετράται κυρίως από το ΑΕΠ/ΑΕγχΠ, συναρτάται από το φυσικό κεφάλαιο, το ανθρώπινο κεφάλαιο και το τεχνολογικό επίπεδο ανά εργαζόμενο, που χρησιμοποιείται για τη συνολική παραγωγή στην οικονομία.

Οι ρυθμοί μεγέθυνσης διαφέρουν από χρόνο σε χρόνο και από χωρική οντότητα σε χωρική οντότητα (περιφέρεια, κράτη ή περιφέρειες που αποτελούνται από ομάδες κρατών). Όμως, η προϋπόθεση σύγκλισης των μεγεθών των οικονομιών τους είναι κοινή για όλους: το ταχύτερο δυνατό και οι ασθενέστερες οφείλουν να πλησιάσουν στο μέσο ρυθμό μεγέθυνσης των πιο δυνατών.

Βασικό πρόβλημα οικονομικής μεγέθυνσης και περιφερειακών ανισοτήτων.

Παρά ταύτα και όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, φαίνεται να υπάρχει μια σχέση υποκατάστασης ανάμεσα στην οικονομική μεγέθυνση και τις περιφερειακές ανισότητες: όσο μεγαλύτερη η μεγέθυνση, τόσο μεγαλύτερες και οι ανισότητες στο εισόδημα του πληθυσμού (Lewis, 1954), λόγω της μη αποτελεσματικής και δίκαιης κατανομής των πόρων (παρά την αποδοτικότητα της παραγωγικής διαδικασίας στο λόγο προϊόν / κεφάλαιο). Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό και ως προκυκλικότητα της οικονομίας, κατά την οποία όταν αυτή βρίσκεται σε ύφεση, παρατηρείται σύγκλιση των οικονομιών του κέντρου και των περιφερειών προς τα κάτω, λόγω της μείωσης της ανάπτυξης στο κέντρο.

Ως αποτέλεσμα της παραπάνω σχέσης υποκατάστασης, προκύπτει η διαφορά στους ρυθμούς μεγέθυνσης και τα επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ των χωρών. Και αυτό, λόγω των ασύμμετρων συγκεντρώσεων / διασποράς πληθυσμού, εισοδήματος και επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο, οι οποίες αυξομειώνουν αντίστοιχα και την ένταση των περιφερειακών ανισοτήτων: την ίδια στιγμή που ορισμένες χωρικές οντότητες συγκεντρώνουν πλήθος των παραπάνω στο έδαφός τους, κάποιες άλλες διαθέτουν λιγότερα, σε διασπορά ή/και σε αδράνεια.

Συνακόλουθα, διαμορφώνονται τέσσερα είδη χωρών με βάση το μέγεθος της οικονομίας τους: πλούσιες, φτωχές, οικονομικά θαύματα, οικονομικές καταστροφές.

Έτσι, προκύπτουν διάφορα προβλήματα στη χρήση της μεγέθυνσης ως μέτρο προσδιορισμού της ανάπτυξης, τα οποία είναι τα εξής :

 

Πηγές Ανάπτυξης Αποτελέσματα
1. Αποταμίευση και Επένδυση (πραγματικό κεφάλαιο) Αδιαμφισβήτητα
2. Εκπαίδευση, Υγεία και Πρόνοια (ανθρώπινο κεφάλαιο)
3. Εξαγωγές και Εισαγωγές (ξένο κεφάλαιο) Αμφισβητήσιμα

 

4. Δημοκρατία και Ελευθερία (κοινωνικό κεφάλαιο)
5. Σταθερότητα (χρηματοοικονομικό κεφάλαιο)
6. Διαφοροποίηση (φυσικό κεφάλαιο)
Προβλήματα στη χρήση της οικονομικής μεγέθυνσης ως μέτρο προσδιορισμού της ανάπτυξης.

 

Τέλος, κατά τη Θεωρία περί Αθροιστικής Αιτιώδους Συνάφειας, καθώς και τους Stiglitz, Sen και Fitoussi (2009), η ερμηνεία της χωρικής ασυμμετρίας, που δημιουργείται από τους διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και τα επίπεδα ανάπτυξης ανάμεσα στις γεωγραφικές οικονομικές περιφέρειες, δεν είναι ακριβής, όταν βασίζεται μόνο στην ανάλυση των οικονομικών παραγόντων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να συνεξετάζει τους ιστορικούς, θεσμικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες, που έχουν εξίσου σημασία και άυλο (μη μετρήσιμο) χαρακτήρα.

 

3. Συμπεράσματα.

Ο συντελεστής του εδάφους στην κατανομή και διάρθρωση των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών πόρων και δραστηριοτήτων διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη των εδαφικών οντοτήτων.

Ο βαθμός συγκέντρωσης ή διασποράς αυτών χωρικά διαμορφώνει και το πρότυπο μεγέθυνσης και ανάπτυξής τους. Γι’ αυτό και τα ζητήματα μεγέθυνσης που παρουσιάζει μια περισσότερο αναπτυγμένη οικονομία είναι διαφορετικά από τα ζητήματα ανάπτυξης μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας και η προσέγγιση της περιφερειακής επιστήμης ως προς αυτά γίνεται με διαφορετικά εργαλεία ανάλυσης.

Ο όρος οικονομική μεγέθυνση σημαίνει περισσότερο προϊόν, που μπορεί να προέρχεται είτε από μεγαλύτερες ποσότητες συντελεστών παραγωγής (έδαφος, εργασία, κεφάλαιο, επιχειρηματικότητα) ή/και από μεγαλύτερη αποδοτικότητα των συντελεστών αυτών. Ενώ ο όρος οικονομική ανάπτυξη σημαίνει και περισσότερο προϊόν, αλλά και διαρθρωτικές μεταβολές στη σύνθεση του προϊόντος, στην κατανομή των συντελεστών παραγωγής κατά παραγωγικούς τομείς, στο τεχνολογικό και θεσμικό πλαίσιο, στην κοινωνική και πληθυσμιακή κατάσταση καθώς και στην αξιοποίηση των φυσικών πόρων.

Καταλήγοντας, η μεγέθυνση δεν ταυτίζεται με την ανάπτυξη. Η μεγέθυνση (ποσοτική συσσώρευση) δεν αποτελεί και ανάπτυξη (ποιοτική αύξηση), διότι δεν προϋποθέτει ισότητα και αποτελεσματικότητα στην κατανομή των πόρων. Έχει παρατηρηθεί, ότι οι χώρες που διαθέτουν φυσικό και ανθρώπινο πλούτο και διακρίνονται από μεγάλη εδαφική έκταση, συχνά, δεν μπορούν να διαφύγουν από τον φαύλο κύκλο της φτώχιας. Κι αυτό διότι, δεν διαθέτουν τις απαραίτητες δομές για να τον αξιοποιήσουν: θεσμικό πλαίσιο, ποιότητα εκπαίδευσης και τεχνολογικό επίπεδο. Και αντίθετα, έχει παρατηρηθεί, ότι χώρες μικρότερες σε γεωγραφική έκταση μπορεί να παρουσιάζουν υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης και επίπεδα ανάπτυξης, λόγω συγκέντρωσης των δομών, αξιοποίησης και υπερ-απόδοσης των συντελεστών παραγωγής.

Συνεπώς, για τη θεραπεία των χωρικών ανισοτήτων απαιτείται ο εντοπισμός των συνδυασμών μείγματος χωρικής ενεργοποίησης των πόρων και δημόσιων πολιτικών για την κατανομή των αποτελεσμάτων τους με ισότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να επιτευχθεί ένα όσο το δυνατόν πιο ομοιόμορφο επίπεδο οικονομικής σύγκλισης μεταξύ των χωρών. Ο συνδυασμός αυτός ονομάζεται στρατηγική και είναι διαφορετικός για κάθε χωρική οντότητα, ανάλογα με τις δυνατότητες και ανάγκες που παρουσιάζει.