Δημοσίευση: Βήμα Press  | 13 Μαρτίου 2021

 

Ποιοι είναι οι «τόποι που δεν έχουν σημασία», πώς «εκδικούνται» και ποιους.

 

Η άνιση διανομή των ευκαιριών ανάπτυξης μέσω του μηχανισμού της αγοράς και του πολιτικού συστήματος είναι γεγονός ότι διαίρεσε τον παγκόσμιο χώρο σε περιοχές δύο ταχυτήτων: από τη μία, είναι οι ανεπτυγμένες περιοχές, οι οποίες συγκεντρώνουν πόρους, υποδομές, θέσεις εργασίας και το ενδιαφέρον των ληπτών αποφάσεων· από την άλλη, είναι οι υπανάπτυκτες περιοχές, που άρχισαν να περιθωριοποιούνται στη σκιά των ανεπτυγμένων κέντρων λόγω της ανόδου της παγκοσμιοποίησης, τρέφοντας την λανθασμένη αντίληψη ότι αυτά τα μέρη δεν έχουν μέλλον, έτσι δεν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον και άρα δεν έχουν αξία. Ως εκ τούτου, η επίμονη φτώχεια και η παρατεταμένη παρακμή αποτελούν τη ρίζα της μεγάλης δυσαρέσκειας των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιοχών του κόσμου. Στην πραγματικότητα, οι ακατάλληλες αναπτυξιακές πολιτικές που διαμορφώθηκαν από τα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι που τις οδήγησαν σε αυτό το σημείο (αφού το κέντρο σε ένα σύστημα κέντρου – περιφέρειας βρίσκεται εκεί όπου λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις για τη ροή του κεφαλαίου), αναγκάζοντας πολλά από τα λεγόμενα «μέρη που δεν έχουν σημασία» να εξεγερθούν ενάντια στο καθεστώς των ανεπτυγμένων. Έτσι, δεν μιλούμε πλέον για τις πλούσιες περιοχές που μεγεθύνονται απομυζώντας τις φτωχές, αλλά για το αντίστροφο: για τις παρακμάζουσες που επαναστατούν εναντίον των ευημερούντων.

 

Η εξέγερση προήλθε από μια –μάλλον– απροσδόκητη πηγή: τις κάλπες· και, μάλιστα, από περιοχές στις οποίες παρατηρείται άνοδος του φαινομένου του πολιτικού λαϊκισμού με πιο ισχυρά εδαφικά παρά κοινωνικά θεμέλια. Η γεωγραφία εμφανίζεται και πάλι ως καθοριστικός παράγοντας της κατανομής των ψήφων και τα τελευταία χρόνια «οι τόποι που δεν έχουν σημασία» διαμαρτύρονται υπό την αίσθηση ότι μένουν πίσω και προσφεύγουν όλο και συχνότερα στην κάλπη για να κάνουν την επανάστασή τους. Φαίνεται πως βρήκαν έναν τρόπο για να εκδικηθούν.

Και ενώ αρχικά το φαινόμενο του λαϊκισμού εκδηλωνόταν με τη μορφή ενόπλων συγκρούσεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων (όπως στην περίπτωση της Κολομβίας ή του Περού, της Νιγηρίας και της Ινδονησίας), με την εξέλιξη της δημοκρατίας άλλαξε μορφή και βασίζεται σε νέους τύπους αντικομματικών και κινηματικών προσωπικοτήτων.

Αυτή η μορφή λαϊκισμού αναπτύσσεται σε περιοχές που πλήττονται ιδιαίτερα από τον φαύλο κύκλο της φτώχειας, την παρατεταμένη οικονομική κρίση και τα επίμονα κοινωνικά προβλήματα και περιστρέφεται γύρω από τη μορφή ενός «χαρισματικού» ηγέτη, ανεξαρτήτως ιδεολογίας (π.χ. Fujimori στο Περού, Chavez στη Βενεζουέλα, Morales στη Βολιβία, Correa στον Ισημερινό, Kirchner και Fernández στην Αργεντινή, Shinawatra στην Ταϊλάνδη).

Το αποκορύφωμα της δυσαρέσκειας των παραμελημένων περιοχών επήλθε το 2016, όπου τα εκκολαπτόμενα λαϊκιστικά κινήματα των οποίων έκαναν τη μεγάλη ανατροπή στις κάλπες: εκεί, υπήρξε

(α) σαφής μετατόπιση του πεδίου σύγκρουσης από τις πληθυσμιακές ομάδες με τις κοινωνικές ανισότητες (σε επίπεδο αμοιβών εργασίας και κατοχής πλούτου) στον πολιτικό λαϊκισμό με εδαφικό προσδιορισμό των περιθωριοποιημένων περιοχών και

(β) αντιστροφή των αδικημένων τόπων σε επιτιθέμενους με όχημα τον λαϊκισμό· από τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ (2016), μέχρι την ψηφοφορία του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο (2016), τις προεδρικές εκλογές της Αυστρίας (2016), τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας (2017) και τις ομοσπονδιακές εκλογές της Γερμανίας (2017).

Η εξήγηση είναι η εξής: ο λαϊκισμός ως πολιτική δύναμη έχει καλλιεργηθεί σε πολλές από τις αδικημένες περιοχές, από μικρά τμήματα εντός των χωρών μέχρι ολόκληρες χώρες ως τμήματα του πλανήτη, σε σημείο που δημιούργησε έναν συστημικό κίνδυνο, γνωστό και ως «απο-παγκοσμιοποίηση» ή ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας ενάντια στην «κυβερνησιμότητα». Διότι ο λαϊκισμός τροφοδοτείται από την πολιτική δυσαρέσκεια και έχει διαφορετική γεωγραφία. Συγκεκριμένα, οι λαϊκιστικές ψήφοι φαίνεται ότι συγκεντρώνονται κυρίως σε μειονεκτούσες περιοχές που έχουν υποστεί μακροχρόνιες υφέσεις, παρουσιάζουν τη χαμηλότερη αύξηση του ΑΕΠ και αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη αστική και περιφερειακή διαίρεση. Οι εδαφικές ανισότητες που λειτουργούν εις βάρος των αδύναμων περιοχών είναι που οδήγησαν αυτή τη φορά στη νίκη του Trump επί της Clinton, του Brexit επί του Bremain, της Le Pen επί του Macron στις μικρές και μεσαίες γαλλικές πόλεις και αγροτικές περιοχές, την άνοδο του AfD στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα των ψηφοφόρων. Γίνεται φανερό ότι η μοίρα συνδέεται με τη γεωγραφία· γεγονός που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

Παρά τα προφανή, ο λαϊκισμός βρήκε απροετοίμαστο τον πολιτικό και ακαδημαϊκό κόσμο καθώς:

  • και οι δύο εξετάζουν κυρίως τα λάθος είδη των αρνητικών εξωτερικών οικονομιών αγνοώντας μια σημαντική διάσταση ανισότητας (την εδαφική),
  • υπερεκτιμούν την προθυμία των ατόμων να μετακινηθούν για ψήφους ή καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και
  • παραβλέπουν την εδαφική δυναμικότητα των υστερούμενων περιοχών.

Με αποτέλεσμα, να υποτιμηθεί και εδώ η σχέση ανάμεσα στη χωρική συγκέντρωση των λαϊκιστικών ψήφων και τις εδαφικές ανισότητες. Όμως, και στις τρεις ψηφοφορίες των εκλογών που άλλαξαν τον κόσμο (Brexit, Trump, Macron) υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι κοινωνικές ανισότητες ήταν εκείνες που έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο.

Συμπερασματικά, οι περιθωριοποιημένοι τόποι έχουν σημασία και έχουν και τη δύναμη να απειλούν να εκτροχιάσουν την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα των δυναμικών πόλεων και περιφερειών. Η λύση του προβλήματος δεν μπορεί να είναι περισσότερη πολιτική στους επιτιθέμενους, αλλά διαφορετικό είδος αναπτυξιακής πολιτικής από τα (αμυνόμενα πια) κέντρα αποφάσεων· καθώς οι τόποι φαίνεται ότι επιτίθενται στους ίδιους τους παράγοντες στους οποίους βασίστηκε το προηγούμενο πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης: τις ανοιχτές αγορές, τη μετανάστευση, τη σύγκλιση και την παγκοσμιοποίηση. Το να λέμε ότι το μέλλον αυτών των τόπων είναι ζοφερό και, ως εκ τούτου, θα ήταν καλύτερο να επενδύσουμε σε πιο ανεπτυγμένες περιοχές, αποτελεί αδιαφορία και είναι αυτή ακριβώς που πυροδοτεί την εξέγερσή τους και ίσως οδηγήσει σε έναν κόσμο όπου η (λαϊκιστική) εκδίκηση των τόπων που δεν έχουν σημασία θα δικαιολογείται πλήρως. Ειδικά δε τη στιγμή που για το γεγονός ευθύνονται οι παραδοσιακές αναπτυξιακές πολιτικές που είχαν περιορισμένες αποδόσεις και όχι σφάλματα των ίδιων.

Εν κατακλείδι, η τρέχουσα και η μελλοντική ανάπτυξη στις πιο ευημερούσες περιοχές κινδυνεύει από την εκδίκηση των «τόπων που δεν έχουν σημασία»· οι οποίοι κουράστηκαν να αντιμετωπίζονται έτσι, ύψωσαν το ανάστημά τους και εκμεταλλεύονται τα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα, χρησιμοποιώντας την κάλπη για να ασκήσουν πίεση και να στείλουν το μήνυμα ότι εάν πέσουν, δεν πρόκειται να πέσουν χωρίς μάχη. Μπορεί ακόμη και να προτίθενται να συμπαρασύρουν στην πτώση τους ολόκληρο το σύστημα που μέχρι τώρα δεν τους έδινε σημασία…