Στην ερώτηση σχετικά με το πώς μπορούν τα μέλη μιας τοπικής κοινωνίας, αλλά και η αιρετή ή/και η διορισμένη τοπική ηγεσία της να οργανώσουν καλύτερα την ανάπτυξη της περιοχής τους, το πιθανότερο είναι να δοθούν δύο απαντήσεις: α) «δεν γνωρίζω», β) «δεν γίνεται»· υπάρχει και μια τρίτη ως συνδυασμός των δύο: «δεν γίνεται, γι’ αυτό και δεν απαιτείται να γνωρίζω». Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Στο τοπικό επίπεδο, αρμόδια και υπεύθυνη για την οργάνωση και τη φροντίδα των υποθέσεων που αφορούν την ανάπτυξή της είναι η τοπική κοινωνία με το θεσμικό της σύστημα. Ο λόγος είναι ένας και είναι ο εξής απλός. Η τοπική ανάπτυξη ως στόχος πολιτικής ανήκει στην κατηγορία των πολιτικών εκείνων (όπως και η οικονομική), των οποίων τα αποτελέσματα είναι ορατά στην καθημερινή ζωή όλων των ατόμων μιας κοινωνίας και ειδικά μιας περιοχής μικρής, εν προκειμένω, κλίμακας. Άρα, το αναμενόμενο θα ήταν να είναι το πιο εύκολο είδος πολιτικής για αξιολόγηση, δηλαδή να υπάρχει μια καλή σχέση μεταξύ τοπικής ανάπτυξης και κοινής γνώμης. Και τα μέλη των τοπικών κοινωνιών να είχαν μια πολύ καλή αίσθηση για το πώς και το γιατί είναι αναγκαίο να παρέμβουν και να οργανώσουν τις αναπτυξιακές υποθέσεις τους, ακόμα κι αν δεν είναι εξοικειωμένα με τη σχέση μεταξύ διοίκησης και ανάπτυξης. Άλλωστε, γι’ αυτό και δεν υφίσταται έννοια ή κατασκευή της τοπικής πολιτικής. Διότι, το απομακρυσμένο από το τοπικό πεδίο δράσης Κεντρικό Κράτος δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει τι συμβαίνει σε τοπικό επίπεδο, ώστε να θεσμοθετήσει σχετικά. Οπότε, είναι μια υπόθεση κυρίως τοπική, την οποία μια κρατική παρέμβαση θα έκανε απλώς πιο εύκολη. Έτσι, ακόμη και το καλύτερο τοπικό έργο ή σχέδιο δράσης με στόχο την ανάπτυξη είναι καταδικασμένο σε αποτυχία, αν πρώτα αγνοηθεί από τους ντόπιους. Διότι, η εμπλοκή τους στη διαδικασία της λήψης αναπτυξιακών αποφάσεων επιτρέπει στους συμμετέχοντες να αποτελούν μέρος της λύσης του προβλήματος (συμμετοχικός σχεδιασμός), αυξάνοντας το αίσθημα της ευθύνης, που φέρουν για την περιοχή τους.

Εντούτοις και εξ αφορμής του ελλείμματος ενημέρωσης, έχει διερευνηθεί και έχει βρεθεί μια συσχέτιση μεταξύ της χαμηλής συμμετοχικότητας των μελών των τοπικών κοινωνιών στις υποθέσεις που αφορούν την τοπική ανάπτυξη και της ύπαρξης πελατειακών σχέσεων στο ενδοκρατικό πολιτικό σύστημα. Μάλιστα, αυτή η συσχέτιση φαίνεται ότι έχει επιπτώσεις τόσο στη διαχείριση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων όσο και στο σχεδιασμό, την εφαρμογή και την παρακολούθηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων. Γεγονός που εξηγεί το γιατί δυσχεραίνει σε τέτοιο βαθμό η υλοποίηση των επιλογών ανάπτυξης στα πελατειακά κράτη. Άρα, το πελατειακό κράτος και η τοπική ανάπτυξη μεταξύ τους έχουν μια ασυμβίβαστη σχέση. Όταν ισχύει το ένα, δεν μπορεί να ισχύει το άλλο (αμοιβαία αποκλειόμενα).

Εξειδικεύοντας τη συσχέτιση και ορίζοντας τα πελατειακά δίκτυα / πελατειακές σχέσεις ως μια ειδική, δυαδική, ανταλλακτική σχέση μεταξύ ατόμων διαφορετικής θέσης, ισχύος και κύρους, με αντικειμενικό στόχο τη διανομή ωφελημάτων από τους πολιτικούς παράγοντες (προστάτες) στους πολιτικούς τους υποστηρικτές (πελάτες) για τη διασφάλιση της κοινωνικοπολιτικής τους υποστήριξης, δύναται να αναγνώσουμε τις μεταβλητές που οδηγούν στην ιδιοποίηση της ιδιότητας εντολέα–εντολοδόχου από τις πολιτικές ομάδες/κόμματα, εκλαμβάνοντας το Κράτος ως λάφυρο και μετασχηματίζοντάς το σε Κράτος–εργοδότη. Ακριβέστερα, εκκινώντας από το μέτρο της οικονομικής ανάπτυξης και στο βαθμό που η υλική ευμάρεια καθιστά τα πελατειακά αγαθά λιγότερο ελκυστικά, αναμένουμε ο υψηλός βαθμός οικονομικής ανάπτυξης να λειτουργήσει περιοριστικά στην εγκαθίδρυση πελατειακών σχέσεων, με συνεπαγόμενο το εν λόγω φαινόμενο να παρατηρείται σε πολύ μικρότερο βαθμό στα ανεπτυγμένα κράτη. Ακολούθως, εξετάζουμε το μέτρο αξιοπιστίας της κρατικής γραφειοκρατίας σε συνδυασμό με την συγκρότηση των θεμελιωδών δομών του εκάστοτε κράτους και ιδίως με τον εάν προηγείται η διαδικασία της οργάνωσης–αυτονόμησης των γραφειοκρατικών δομών της εισαγωγής του δικαιώματος της καθολικής ψήφου. Εάν το δικαίωμα της καθολικής ψήφου αναπτύσσεται παράλληλα με την εγκαθίδρυση γραφειοκρατικών θεσμών, τότε τα πολιτικά κόμματα αποκτούν τη δυνατότητα να ενσωματώσουν τους πελατειακούς μηχανισμούς ως μέσα στις στρατηγικές τους, όχι όμως όταν μια ανεξάρτητη, εδραιωμένη γραφειοκρατία με ευρεία δημόσια υποστήριξη εγκαθιδρύεται πριν από την επέκταση του δικαιώματος της καθολικής ψήφου. Εν ολίγοις, με την απουσία ανεξάρτητων και εύρυθμων γραφειοκρατιών, που ρυθμίζουν την πρόσβαση των πολιτικών σε δημόσιους πόρους, τα πολιτικά κόμματα τείνουν να ιδιοποιούνται την κρατική δομή, επιτείνοντας τη διάσταση μεταξύ του εκλογικού σώματος και της κρατικής γραφειοκρατίας. Επιπλέον, διερευνάται ο βαθμός αντιπροσώπευσης ως παρεμβαίνουσα μεταβλητή της ικανότητας των πολιτικών κομμάτων να παρέχουν δημόσια αγαθά στους ψηφοφόρους τους. Σε περιπτώσεις κρατών που χαρακτηρίζονται από την μακροβιότητα των αντιπροσωπευτικών θεσμών, η αξιοπιστία των προεκλογικών δεσμεύσεων με σκοπό την ανταλλαγή ψήφων για πελατειακά οφέλη είναι περιορισμένη. Αντίστροφα, η απουσία ανοιχτών θεσμών και οι νεότευκτοι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί οδηγούν τα πολιτικά κόμματα στη εγκαθίδρυση πελατειακών δικτύων, καθότι ο ιστορικός χρόνος για τη δημιουργία φήμης είναι ανεπαρκής. Συγκεκριμένα, στις νεότευκτες δημοκρατίες τα πολιτικά κόμματα δεν διαθέτουν τον αναγκαίο ιστορικό χρόνο για τη δημιουργία φήμης ως προς τη διάθεση των δημόσιων αγαθών και, ως εκ τούτου, αυξάνονται οι πιθανότητες για τη δημιουργία πελατειακών δικτύων. Αντίστοιχα, το μέτρο εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους κρατικούς θεσμούς είναι ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο. Αυτό γιατί η ιστορικά εδραιωμένη εμπιστοσύνη στις κρατικές γραφειοκρατίες καθορίζει τα τρέχοντα επίπεδα πολιτικής πελατείας στο βαθμό, που μειώνει το εύρος των πελατών.

Εν κατακλείδι, η κακή σχέση μεταξύ τοπικής ανάπτυξης και κοινής γνώμης εξηγείται ή/και συσχετίζεται με την ισχυρή πρόσβαση των πολιτικών προσώπων στα κρατικά όργανα άσκησης εξουσίας, που συνδέεται με τη δυσπιστία κοινωνίας και διοίκησης, που συνδέεται με την ανεπαρκή οργανωσιακή ικανότητα στα πελατειακά κράτη, που συνδέεται με τα χαμηλά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης των κρατών. Φαίνεται, ότι ο χαμηλός βαθμός δέσμευσης των τοπικών διοικητικών οργάνων των θεσμικών οντοτήτων να αναλάβουν δράση για την ανάπτυξη που αφορά την ίδια την περιοχή τους συσχετίζεται στην καλύτερη περίπτωση με το έλλειμμα ενημέρωσης και στη χειρότερη με τη δυσπιστία των τοπικών κοινωνιών απέναντι στο ότι μπορούν πράγματι να οργανώσουν τις αναπτυξιακές υποθέσεις τους. Επομένως, η ανάγκη αποσύνδεσης του πελατειακού συστήματος από τη διαδικασία τοπικής ανάπτυξης είναι αδιάπτωτη, αδήριτη και αδιαπραγμάτευτη…

 

*Διονύσης Τσιριγώτης, Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων και Διπλωματίας, στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Χριστίνα Μπαρμπαρούση, Περιφερειολόγος, Διδάκτωρ Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πολυτεχνικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας