Δημοσίευση: Βήμα Press | 21 Ιουλίου 2022
Το πρόβλημα του φιλελευθερισμού είναι ένα. Οι φτωχοί. Το δίλημμα του φιλελευθερισμού μάλλον δεν είναι δίλημμα: Πρέπει το Κράτος να τους βοηθά; Ή αν τους βοηθά και τους καθιστά εξαρτημένους, μήπως να αρνηθεί τη βοήθεια, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος της φτώχιας; Ο σοσιαλδημοκράτης John Rawls ως υπέρμαχος της κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης πίστευε, πως το ενδιαφέρον για τον αδύναμο μπορεί να είναι τόσο ορθολογικό όσο και ανιδιοτελές, μέχρι το σημείο της αποτελεσματικής αναδιανομής του πλούτου. Αντιθέτως, ο αντικρατιστής Robert Nozick ήταν απόλυτος: Όχι. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να τους βοηθά. Εδώ το «όχι» έχει διπλή ανάγνωση, ας μην πυροβολήσουμε (ακόμη) το νεο-δεξιό φιλόσοφο. Δεδομένου ότι το 99% των ανθρώπινων κοινωνιών αποτελείται από φτωχούς και από λιγότερο προνομιούχους πολίτες, οι οποίοι φαίνεται ότι ενοχλούν εξαιρετικά το κυρίαρχο ρεύμα του φιλελευθερισμού, από ποιους και προς ποιους θα γίνεται η αναδιανομή; Σε ένα λογικό κόσμο, το αισιόδοξο σενάριο είναι η αναδιανομή να διενεργείται υπέρ των φτωχών· δηλαδή, το 1%, το οποίο κατέχει το ήμισυ του παγκόσμιου πλούτου, να παραχωρεί μέρος του πλούτου του στο 99% μέχρι το σημείο που η αναδιανομή θα είναι δίκαιη. Για να προσφερθεί μια ιδέα για το αν θα ήταν σωστό, αρκεί και οι πλούσιοι να αναρωτηθούν τι θα ήταν δίκαιο αν έχαναν τον πλούτο τους (υποτίθεται ότι καλύπτονται από το ροουλσιανό πέπλο άγνοιας). Ωστόσο, σε τούτο τον βαθιά συγκρουσιακό κόσμο, το απαισιόδοξο σενάριο είναι το επικρατές, το οποίο είναι τόσο φανερό, που δεν χρειάζεται να γραφθεί. Ακόμη πιο φανερό είναι, ότι ο πλούτος του 1% οφείλεται στην ύπαρξη του 99%. Παρότι στα οικονομικά της ευημερίας το άτομο είναι το κέντρο και η βασική μονάδα ανάλυσης και γνωρίζει ποιο είναι το καλό του και πώς να το μεγιστοποιήσει, όταν η υπόθεση φθάνει σε επίπεδο κοινωνίας αυτό δεν ισχύει. Η κοινωνία δεν γνωρίζει ποιο είναι το καλό της ούτε πώς να το επιδιώξει, επομένως, είναι αδύνατο να οδηγηθεί στην ευημερία. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάποια υπέρτερη οντότητα είναι αναγκαίο να αναλάβει αυτό το ρόλο για λογαριασμό των ατόμων, να παρέμβει και να διορθώσει όπου το 1% αρνείται να παραχωρήσει μέρος του πλούτου, που έλαβε από το αδικημένο 99%. Είναι όμως έτσι;
Πράγματι, το Κράτος είναι επιφορτισμένο με την άσκηση της οικονομικής πολιτικής ως λειτουργίας άμβλυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων από έντονες διαφορές στην ιδιοκτησία του πλούτου και στις αμοιβές εργασίας, μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος. Συνεπώς, τα αποτελέσματά της είναι ορατά στην καθημερινή ζωή όλων των ατόμων μιας κοινωνίας. Άρα, το αναμενόμενο θα ήταν να είναι το πιο εύκολο είδος πολιτικής για αξιολόγηση, δηλαδή να υπάρχει μια καλή σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινής γνώμης. Και οι πολίτες να είχαν μια πολύ καλή αίσθηση για το πώς πηγαίνει η οικονομία, ακόμα κι αν δεν είναι εξοικειωμένοι με τη λογιστική του εθνικού εισοδήματος. Στην πραγματικότητα, τα άτομα φαίνεται ότι στέκονται πολύ μακριά από την οικονομική πολιτική του Κράτους. Συχνά, παρατηρείται μια τεράστια απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που ερμηνεύουν οι πολίτες για την κατάσταση της οικονομίας, που είναι αρνητικό κατά μέσο όρο, και σε αυτό που λένε για την προσωπική τους οικονομική θέση, το οποίο είναι θετικό. Η Επιστήμη αποδίδει το φαινόμενο στη διαστρεβλωμένη άποψη που έχουν για την κατάσταση της οικονομίας και στις ψευδείς πεποιθήσεις για το ποιες δυνάμεις της μπορούν να επηρεάσουν οι πολιτικοί. Το αποτέλεσμα είναι οι αποσυνδεδεμένες από την πραγματικότητα αντιλήψεις των ψηφοφόρων (που αντανακλώνται και στην κάλπη) και η απέραντη μοναξιά της οικονομικής πολιτικής, που δεν την καταλαβαίνουν οι αποδέκτες της. Οπότε, το ερώτημα των ερωτημάτων είναι πώς τα οικονομικά ασθενή στρώματα μιας κοινωνίας, που έχουν και την πλειοψηφία, θα αξιολογήσουν και θα προκρίνουν τις οικονομικές πολιτικές εκείνες που θα οδηγήσουν στην άριστη ως κοινωνικά επιθυμητή και δίκαιη αναδιανομή του πλούτου υπέρ τους, όταν συμβαίνει το ως άνω. Ασφαλώς, δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί από τους πολίτες να είναι ειδικοί των δημόσιων οικονομικών ούτε εξελιγμένοι αναλυτές της πολιτικής, θα ήταν παράλογο. Για πολλούς λόγους. Όχι μόνο επειδή είναι απασχολημένοι με το να επιλύσουν τα καθημερινά οικονομικά τους προβλήματα, μεγάλο μέρος των οποίων τους προκαλεί η ίδια η οικονομική πολιτική. Εντούτοις, θα ήταν δόκιμος ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου του Κράτους. Η νεοφιλελεύθερη εμπορευματοποίηση της λογικής της κρατικής παρέμβασης κατά τη δεκαετία του ’90 μετέτρεψε την οικονομική πολιτική του Κράτους σε μια καινοφανώς δύσκολη και δυσνόητη διαδικασία, ενώ αρχικά δεν είναι. Για παράδειγμα, η επιτηδευμένη περιπλοκότητα από την οποία χαρακτηρίζεται η οικονομία της αγοράς, έχει περισσότερο ευνοήσει τη μεταφύτευση εργαλείων και πολιτικών αντιμετώπισης των εισοδηματικών ανισοτήτων από τη μια χώρα στην άλλη, παρά την προσαρμογή των θεσμών των χωρών στις συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό τους. Δεν είναι όμως όλα τα κράτη ίδια ούτε οι κοινωνίες τους έχουν τις ίδιες ανάγκες ή τους ίδιους βαθμούς ανοχής στα ξένα κέντρα επιρροής.
Εν κατακλείδι, το Κράτος έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παροχή οικονομικής παιδείας στους πολίτες του, καθώς η οικονομική ανισότητα δεν είναι κάτι, που απλά προκύπτει. Μπορεί πέντε χρόνια πριν για τις τυπικά πλούσιες οικονομίες να ήταν δεδομένη και να μην αποτελούσε πηγή ή αφορμή προβληματισμού για τους σχεδιαστές της καθώς κατά μία έννοια ήταν ήσυχες. Ωστόσο, οι εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των ομάδων/ατόμων φαίνεται ότι οξύνονται ανεξέλεγκτα υπό ένα εύφλεκτο μείγμα κοινωνικής δυσαρέσκειας και λαϊκισμού, που σιγοβράζει σαν βραδυφλεγής βόμβα. Τώρα πλέον και οι ίδιες κινδυνεύουν από το αίσθημα της μεγάλης κοινωνικής αδικίας και την έκρηξη της οργής των οικονομικά καθυστερημένων περιοχών στο εσωτερικό τους, που εξεγείρονται και επιτίθενται ενάντια στο καθεστώς, στο οποίο βασίστηκε το μοντέλο οικονομικής πολιτικής, που οδήγησε στην περιθωριοποίησή τους…