1. Εισαγωγή
Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «διεύρυνση είναι η διαδικασία, κατά την οποία χώρες προσχωρούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Η σημασία και η διαδικασία της ένταξης κρατών ως μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το μέσο και ταυτόχρονα ο σκοπός και το αποτέλεσμα της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», η οποία θα επιτευχθεί με τη γεωγραφική της διεύρυνση, δηλαδή, τη συνένωση όλων των ευρωπαϊκών κρατών, υπό τον κοινό σκοπό της ειρηνικής συνύπαρξής τους μετά τους Παγκοσμίους Πολέμους.
2. Το Κεκτημένο των Διευρύνσεων
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επιμέρους στόχο της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί η σταθερή επιδίωξη της συνένωσης των ευρωπαϊκών χωρών «σε ένα κοινό πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα». Για το ως άνω, έχει θεσμοθετηθεί η αυστηρότητα, με την οποία διεξάγεται η ενταξιακή διαδικασία, όπου ταυτόχρονα ενισχύει το κύρος της εσωτερικά (απέναντι στα κράτη – μέλη) και διεθνώς (απέναντι σε τρίτα μέρη). Το άρθρο 49 της Συνθήκης της Λισσαβόνας ορίζει τις προϋποθέσεις ένταξης, που απορρέουν από τις θεμελιώδεις αξίες της Ε.Ε. και περιγράφονται στο Άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι προϋποθέσεις ένταξης μιας χώρας, ως κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι:
- Να είναι «ευρωπαϊκό κράτος» (βλ. Κριτήρια Προσδιορισμού της Ευρωπαϊκότητας).
- Να σέβεται τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (ελεύθερη διακίνηση αγαθών, κεφαλαίου, υπηρεσιών και ατόμων) και το κράτος δικαίου (αρχή, σύμφωνα με την οποία, κάθε πολίτης υπόκειται στους νόμους του κράτους του, περιλαμβανομένων των νομοθετών).
- Μια λειτουργική οικονομία της αγοράς και η ικανότητα αντιμετώπισης των ανταγωνιστικών πιέσεων και των δυνάμεων της αγοράς στους κόλπους της Ε.Ε.
- Η ικανότητα τήρησης των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους, συμπεριλαμβανομένης της προσήλωσης στους στόχους της πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ένωσης και της έγκρισης των κοινών κανόνων, προτύπων και πολιτικών, που συναποτελούν το σώμα του δικαίου της Ε.Ε. («κοινοτικό κεκτημένο»).
- Η ευθυγράμμιση της νομοθεσίας του υποψήφιου κράτους με τη νομοθεσία της Ε.Ε. (Κριτήρια Κοπεγχάγης).
Η διαδικασία ένταξης περιλαμβάνει τα εξής βήματα:
- Αίτηση στο Συμβούλιο.
- Σχετική γνώμη Επιτροπής.
- Κοινοποίηση αίτησης στο Κοινοβούλιο.
- Αν: θετική γνώμη Επιτροπής, τότε: λήψη απόφασης αναγνώρισης υποψηφιότητας προς ένταξης.
- Σύσταση Επιτροπής και απόφαση Συμβουλίου για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
- Υποβολή έκθεσης Επιτροπής για ενταξιακή διαπραγμάτευση καθενός εκ των 35 Κεφαλαίων του «κοινοτικού κεκτημένου» με την υποψήφια χώρα.
- Ολοκλήρωση διαπραγματεύσεων, αποδοχή ή απόρριψη του περιεχομένου.
- Έγκριση Κοινοβουλίου και Συμβουλίου για υπογραφή συνθήκης.
- Υποβολή συνθήκης προς έγκριση στα κράτη – μέλη.
Η ιδιότητα του κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθείται από ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τη χώρα αυτή. Ως δικαιώματα, αναφέρεται, ότι το κράτος – μέλος μπορεί να απολαμβάνει τα προνόμια και τις ευκαιρίες, που θωρακίζονται στο «κοινοτικό κεκτημένο», ενώ ως υποχρεώσεις αναφέρονται η αποδοχή και η τήρηση των κανόνων, που απορρέουν από αυτό.
Οι διευρύνσεις, που έχουν προηγηθεί, άρχισαν το 1973, με την πιο πρόσφατη το 2013 και απεικονίζονται σχηματικά, ως ακόλουθα:
|
Ιστορικό Διευρύνσεων της Ε.Ε. |
|||
|
Διεύρυνση |
Έτος | Χώρα Προσχώρησης |
Χαρακτηριστικά |
|
– |
1958 |
Βέλγιο |
Ιδρυτικά κράτη – μέλη |
|
1η |
1973 |
Δανία |
Η Ευρώπη των 9 |
|
2η |
1981 |
Ελλάδα | Η Ευρώπη των 10 : Δημοκρατικό Πολίτευμα, λόγω προσχώρησης |
|
3η |
1986 |
Πορτογαλία Ισπανία |
Η Ευρώπη των 12 : Δημοκρατικό Πολίτευμα, λόγω προσχώρησης |
|
4η |
1995 |
Αυστρία |
Η Ευρώπη των 15 |
|
5η |
2004 |
Κύπρος Τσεχική Δημοκρατία Εσθονία Ουγγαρία Λετονία Λιθουανία Μάλτα Πολωνία Σλοβακία Σλοβενία |
Η Ευρώπη των 25 : Σκοπός η επανένωσή τους μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου |
|
6η |
2007 | Βουλγαρία Ρουμανία |
Η Ευρώπη των 27 : Καθυστερημένη ένταξη, λόγω αργού ρυθμού ανάπτυξής τους |
| 7η | 2013 | Κροατία |
Η Ευρώπη των 28 |
3. Κριτήρια Προσδιορισμού της Ευρωπαϊκότητας
Ο όρος «ευρωπαϊκότητα» αποτελεί μια ιδιότητα, η οποία πρέπει να χαρακτηρίζει το υποψήφιο κράτος, προκειμένου αυτό να ενταχθεί ως μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτελεί μια ποιοτική μεταβλητή, που προσδιορίζεται και αποδίδεται σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια:
1ο: Γεωγραφικό Κριτήριο. Αποτελεί το βασικότερο εκ των κριτηρίων, παρ’ όλο, που η γεωγραφική διάσταση της Ευρώπης δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια και γι’ αυτό απαιτείται ο συνυπολογισμός και άλλων προσδιοριστικών παραγόντων, όμως, τα όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου είναι ευδιάκριτα και αυτό είναι ευρέως αποδεκτό από τα κράτη εντός και εκτός της. Ακόμη, είναι αυτό, που αποδίδει τη σχέση ισχύος και συνάφειας ενός κράτους με την ευρωπαϊκή ήπειρο.
2o: Πολιτισμικό Κριτήριο. Αποτελεί το κριτήριο, που έπεται της γεωγραφικής ενότητας, ως φυσική συνέπεια των λαών που κατοίκησαν και δημιούργησαν την πολιτισμική τους ταυτότητα στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Εδώ γεννήθηκε ο χριστιανισμός, το δημοκρατικό πολίτευμα, η ισονομία και ισοπολιτεία, ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα γράμματα, οι τέχνες, οι επιστήμες, το κράτος δικαίου. Εδώ συμπυκνώθηκαν και από εδώ διαδόθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο, ως το λεγόμενο ευρωπαϊκό πνεύμα. Τα ως άνω αποτελούν, ομοίως, το όραμα και την αποστολή του «κοινοτικού κεκτημένου».
3ο: Ιστορικό Κριτήριο. Υπό το κριτήριο αυτό συνοψίζονται οι στρατηγικές ζυμώσεις των πολέμων, των περιόδων ειρήνης και των διάφορων σχέσεων ανάμεσα στα κράτη της ευρωπαϊκής ηπείρου και με τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τα οποία σαφώς και διαμόρφωσαν την κοινή ευρωπαϊκή ιστορία στο συγκεκριμένο γεωγραφικό έδαφος.
4ο: Κριτήριο Ευρωπαϊκής Αυτοσυνειδησίας. Είναι το αποτέλεσμα των παραπάνω κριτηρίων, το οποίο συμβαίνει με φυσικό τρόπο, όταν πληρούνται τα προηγούμενα. Είναι η ποιοτική μεταβλητή μέτρησης (ή μέγεθος) του ευρωπαϊκού συναισθήματος και της ευρωπαϊκής συνείδησης, που διαμορφώνει τη συλλογική ευρωπαϊκή ταυτότητα του λαού, που κατοικεί σε ένα κράτος. Αν ο λαός αυτός αισθάνεται αυτά, τότε θεωρείται ευρωπαϊκός.
Κατά συνέπεια, αν πληρούνται τα κριτήρια προσδιορισμού της ευρωπαϊκότητας, είναι πολύ πιο εύκολο για ένα υποψήφιο κράτος–μέλος να αποδεχθεί και να συμπλεύσει με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο», το οποίο είναι προϊόν διασφάλισης της ειρήνης και ασφάλειας όλων των παραπάνω. Αν ένα υποψήφιο κράτος δυσκολεύεται ή αρνείται να σεβαστεί τα ως άνω, τότε σημαίνει, ότι δεν είναι απόλυτα ευρωπαϊκό (ενδεχόμενα, μόνο ένα τμήμα του ή/και καθόλου) και δεν θα μπορέσει να συμμετέχει στο «κοινοτικό κεκτημένο» και σε ό,τι αυτό πρεσβεύει.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της Τουρκίας, η ίδια πληροί το Γεωγραφικό Κριτήριο, αλλά δεν πληροί το Πολιτισμικό Κριτήριο, το Ιστορικό και αυτό της Ευρωπαϊκής Αυτοσυνειδησίας. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί, ότι αποκλίνει αρκετά από το «κοινοτικό κεκτημένο» και να ερμηνεύσει το βαθμό δυσκολίας ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στον αντίποδα των ανωτέρω συναντάται στη βιβλιογραφία, ότι η έννοια του κράτους έχει αποδυναμωθεί και, τελικά, καταργηθεί μέσα από τον άκρατο ευρωπαϊσμό, ο οποίος κατέληξε να είναι «κρατισμός χωρίς κράτος».
4. Ιστορική Αναδρομή Σχέσεων Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης
Κατά το έτος 1963 τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία της Άγκυρας μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως συμφωνία σύνδεσης μεταξύ των δύο μερών σε επίπεδο οικονομικών, εμπορικών και τελωνιακών συναλλαγών και σχέσεων. Παρ’ όλο, που οι επιμέρους στόχοι της Συμφωνίας δεν υλοποιήθηκαν (όπως η ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων), η Τουρκία επεδίωξε ανανέωση των διμερών σχέσεων συνεργασίας.
Δεδομένου, ότι οποιαδήποτε χώρα το επιθυμεί δύναται να αιτηθεί την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αρκεί να πληροί τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις του «ευρωπαϊκού κεκτημένου», η Τουρκία προχώρησε σε αίτηση ένταξής της το έτος 1987, η οποία αρχικώς απορρίφθηκε από την Επιτροπή, για να επανέλθει αργότερα, όπου και το 1999 τέθηκε επίσημα, ως υποψήφια χώρα. Οι δυσκολίες 1) της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, που δεν επέτρεπαν την προσχώρηση επιπλέον κρατών – μελών μέχρι το έτος 1993 και 2) η οικονομική και πολιτική καθυστέρηση της χώρας, προσπεράστηκαν έπειτα από παρότρυνση της Ε.Ε. για αύξηση των αναπτυξιακών ρυθμών στο εσωτερικό της Τουρκίας, μέχρι να επέλθει η χρονική στιγμή, που οι προϋποθέσεις θα είναι κατάλληλες για έναρξη των διαπραγματεύσεων. Οπότε, το έτος 1993 πραγματοποιήθηκε η Τελωνειακή Ένωση, ως πρώτο δείγμα εναρμόνισης της Τουρκίας με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Στα πλαίσια αυτά, το έτος 1998 δημιουργήθηκε η «Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Τουρκία», η οποία έθεσε την εναρμόνιση της νομοθεσίας της σε θέματα εμπορικής, οικονομικής και τελωνειακής ευρωπαϊκής πολιτικής. Από την πλευρά της η Τουρκία αποδέχθηκε τις προτάσεις της Επιτροπής, ώστε να αναγνωριστεί και επίσημα η υποψηφιότητά της.
Το επόμενο βήμα, αυτό των διαπραγματεύσεων, άρχισε το έτος 2005, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Κι αυτό, διότι, έπειτα από επισημάνσεις της Επιτροπής και ενώ η Τουρκία έχει υιοθετήσει το «κοινοτικό κεκτημένο» σε επίπεδο εμπορικών και οικονομικών σχέσεων, δεν έχει, ωστόσο, προσαρμοστεί σε πολιτικό επίπεδο.
Ειδικότερα, επί συνόλου τριάντα πέντε Διαπραγματευτικών Κεφαλαίων του «κοινοτικού κεκτημένου», έχουν ανοίξει δέκα έξι, οκτώ δεν ανοίγουν και κανένα δεν θα κλείσει προσωρινά μέχρι να αρχίσει η Τουρκία να εφαρμόζει σε σχέση με την Κύπρο το «Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Συμφωνία Σύνδεσης της Άγκυρας». Όμως, το έτος 2013 άνοιξαν τα κεφάλαια για την περιφερειακή πολιτική και τα διαρθρωτικά μέσα, το 2014 άνοιξε το κεφάλαιο της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, ενώ το 2016 άνοιξε το κεφάλαιο των χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών διατάξεων. Ταυτόχρονα, δεσμεύτηκε για τον περιορισμό των παράνομων μεταναστευτικών ροών στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, την ίδια στιγμή με τα προηγούμενα, αδύνατο θεωρείται να ανοίξει το κεφάλαιο για το κράτος δικαίου, καθότι η ίδια δεν πληροί τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, τα οποία διασφαλίζουν δημοκρατικό πολίτευμα και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, η Τουρκία δεν έχει σημειώσει πρόοδο και ως προς την εκπλήρωση άλλων προαπαιτουμένων του Διαπραγματευτικού Πλαισίου, όπως η τήρηση σχέσεων καλής γειτονίας.
5. Η Τουρκική Υποψηφιότητα : Προβλήματα και Προοπτικές
Η Τουρκία υπέβαλε αίτηση για υποψηφιότητα ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 1987, η οποία, όμως, έγινε δεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έτος 1999, επειδή η ίδια πληροί επαρκώς τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, αλλά όχι πλήρως, δηλαδή, σημειώνει αργή πρόοδο. Αποτέλεσμα των αργών ρυθμών ανάπτυξης της χώρας, μετά και την αποδοχή της υποψηφιότητας, ήταν η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων κατά το έτος 2005, η προσωρινή παύση κατά τα έτη 2013 – 2015, η επανέναρξή τους το 2015, οι οποίες, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, λόγω μη συμμόρφωσης της χώρας προς το «κοινοτικό κεκτημένο».
Το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο για την Τουρκία περιλαμβάνει 35 Κεφάλαια ενταξιακής Διαπραγμάτευσης, εκ των οποίων, έχουν ανοίξει δέκα έξι, ενώ έχει κλείσει ένα προσωρινά. Ειδικότερα, το κεφάλαιο, που έχει κλείσει είναι αυτό της Επιστήμης και Έρευνας, ενώ τα ανοιχτά κεφάλαια είναι:
- Free Movement of Capital,
- Company Law,
- Intellectual Property Law,
- Information Society and Media,
- Food Safety, Veterinary & Phytosanitary,
- Policy,
- Taxation,
- Statistics,
- Enterprise & Industrial Policy,
- Trans-European Networks,
- Environment,
- Consumer & Health Protection,
- Financial Control,
- Regional Policy & Coordination of Structural Instruments,
- Financial & Monetary Policy,
- Banking, Financial & Budgetary Provisions.
Επίσης, οκτώ Διαπραγματευτικά Κεφάλαια δεν ανοίγουν, κανένα δεν κλείνει οριστικά, στα πλαίσια κυρώσεων από την Ε.Ε. προς την υποψήφια χώρα, λόγω της άρνησης της Τουρκίας να σεβαστεί και να εφαρμόσει τα συμπεφωνημένα.
Αναλύοντας την τουρκική υποψηφιότητα, προκύπτουν τα εξής προβλήματα – εμπόδια για την ένταξή της στην Ε.Ε.:
- Υπάρχουν διαφωνίες ως προς τη γεωγραφική ευρωπαϊκότητα της Τουρκίας. Ακόμη και αν ξεπεραστεί / ή γίνει αποδεκτό το γεγονός, ότι η Τουρκία είναι τόσο ευρωπαϊκή, όσο και ασιατική, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιθυμεί να συνορεύει με ασιατικά κράτη, όπως η Συρία, το Ιράν ή το Ιράκ. Και αυτό, διότι, θα άνοιγε τις πύλες και για άλλες υποψηφιότητες ένταξης κρατών, όπως το Καζακστάν ή άλλα βαθιά ασιατικά κράτη, που απέχουν πολύ από την ευρωπαϊκότητα και το «κοινοτικό κεκτημένο».
- Άρνηση της Τουρκίας να εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση, έναντι της Ε.Ε. και των κρατών μελών της, για την πλήρη εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Η στάση αυτή είναι αντίθετη στις αρχές συνεργασίας και καλής θέλησης της Ένωσης.
- Διακρίσεις στην εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Συμφωνία της Αγκύρας του 1963 (Πρωτόκολλο, που επεκτείνει την Τελωνειακή Ένωση Ε.Ε. – Τουρκίας στα 10 νέα κράτη – μέλη της Ε.Ε. της Διεύρυνσης του 2004).
- Η μη τήρηση σχέσεων καλής γειτονίας με τα υπόλοιπα κράτη – μέλη, π.χ. με συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Ελλάδας, με αμφισβήτηση θαλάσσιων συνόρων Αιγαίου και τη διαρκή απειλή πολέμου.
- Η μη υποστήριξη των προσπαθειών για την επίλυση του Κυπριακού και για την εξομάλυνση των σχέσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία, όπου είναι αντίθετη στις αρχές ειρήνης και ασφάλειας μεταξύ των κρατών – μελών.
- Οπισθοδρόμηση, ως προς το σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ιδίως στο δικαίωμα ελευθερίας έκφρασης και ελευθερίας του συνέρχεσθαι), ενώ η Τουρκία καλείται να ενισχύσει τις προσπάθειες για προστασία των μειονοτήτων.
- Ασέβεια προς τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών – μελών να εξερευνούν και να εκμεταλλεύονται τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές, θέτοντας ζητήματα αμφισβήτησης συνόρων και παρέμβασης στα εσωτερικά ζητήματα άλλων κρατών.
- Η «στρατηγική βάθους» (επεκτατική εξωτερική πολιτική στην περιοχή) και το «βαθύ κράτος» της Τουρκίας (ήτοι: σώμα αξιωματικών, τα δύο θεσμικά κέντρα εξουσίας: νόμιμη κυβέρνηση και η πολιτικο-στρατιωτική εξουσία, οι ακροδεξιές οργανώσεις, «οι Γκρίζοι Λύκοι», τα ακροδεξιά κόμματα και οι μυστικές υπηρεσίες) είναι αντίθετα προς τη συλλογική ευρωπαϊκή ιδέα και δεν εμπνέουν διάθεση σταθερότητας στα κράτη – μέλη από πλευράς της.
- Η απόπειρα πραξικοπήματος στο εσωτερικό της χώρας, όπου δημιούργησε επιφυλάξεις στα κράτη – μέλη (βλ. Ελλάδα). Το στρατιωτικό καθεστώς που επικρατεί στη χώρα παρεμβαίνει στο πολίτευμά της και καταργεί το κράτος δικαίου, που προάγει το «κοινοτικό κεκτημένο».
- Το ισλαμικό καθεστώς της χώρας εμποδίζει τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος και συντηρεί αγεφύρωτες διαφορές με τα δυτικά κράτη – μέλη, π.χ. Χριστιανισμός, Αναγέννηση, Διαφωτισμός Δύσης. Αυτό και σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της, θα την καθιστούσε κυρίαρχο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου σε περιπτώσεις ψηφισμάτων πολιτικών, θρησκευτικών, φυλετικών ζητημάτων, θα δημιουργούσε αποκλίσεις από το «κοινοτικό κεκτημένο» και εσωτερικές ανωμαλίες.
- Το πολιτισμικό χάσμα των ευρωπαϊκών κρατών – μελών, που γνώρισαν την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό και δύσκολα μπορούν να αποδεχθούν και να εμπιστευθούν μια ισλαμική χώρα με επεκτατικές και πολεμικές τάσεις από παλαιότερα έως σήμερα (βλ. και κουρδικό ζήτημα). Επιπλέον, η κυρίαρχη πεποίθηση του Ισλάμ, αναφέρει, πως το ίδιο δεν κυριαρχείται, αλλά το ίδιο κυριαρχεί. Κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το χριστιανικό θρήσκευμα και την ελεύθερη βούληση των ευρωπαϊκών κρατών – μελών.
- Η Τουρκία επιμένει να συνομιλεί για ευρωπαϊκά ζητήματα περισσότερο με τις Η.Π.Α., παρά με την Ε.Ε., γεγονός, που εμφανίζει διάθεση καχυποψίας και μη εμπιστοσύνης απέναντι στην ίδια, κάτι, που αντίκειται στη στρατηγική υποψήφιου κράτους – μέλους.
- Το ζήτημα της αντιμετώπισης (μείωσης) των προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών προς την Ε.Ε., ως παράγοντας επηρεάζει πλέον την εξέλιξη των ευρω-τουρκικών σχέσεων.
Παρ’ όλα αυτά, η τουρκική υποψηφιότητα διακρίνεται και από ορισμένες προοπτικές, που μπορεί να εξελιχθούν σε ευκαιρίες αποκλειστικά οικονομικού χαρακτήρα, σε περίπτωση ένταξής της στην Ε.Ε. (αν θεωρήσουμε ότι έχουν διασφαλισθεί τα προηγούμενα):
- Η γεωγραφική της θέση της επιτρέπει να λειτουργεί, ως χώρα – συνδετικός κρίκος της Ευρώπης με την Ασία, αλλά και ως (γεω)στρατηγικό, εμπορικό, ενεργειακό, πολιτισμικό σταυροδρόμι και σύνδεσμος προς τις αναπτυσσόμενες χώρες της δεύτερης. Η ελεύθερη και δίκαιη ανταλλαγή ανθρώπινων και φυσικών πόρων στα πλαίσια της ανάπτυξης και της ευγενούς συνεργασίας των κρατών για την προάσπιση των αξιών και των κοινωνιών τους αποτελεί τη σύνοψη του «κοινοτικού κεκτημένου» και η γεωγραφική της θέση διευκολύνει αυτό το σκοπό.
- Ο ρυθμός της οικονομικής της ανάπτυξης είναι υψηλότερος από το ρυθμό ανάπτυξης των βαλκανικών κρατών – μελών, γεγονός, που μπορεί να αποδώσει ώθηση στην ευρωπαϊκή αγορά με τον εμπλουτισμό της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.
- Κατέχοντας το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, μπορεί να βοηθήσει και για τη διασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή. Αυτό έρχεται σε συμφωνία με τον ιδρυτικό σκοπό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την προάσπιση της ειρήνης και της ασφάλειας μεταξύ των κρατών.
Συμπεράσματα
Οι προοπτικές ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζουν μια χώρα με επαρκή κριτήρια προσαρμοστικότητας στο «κοινοτικό κεκτημένο», αλλά όχι πλήρη. Η Τουρκία αποτελεί μια χώρα με ασιατική αυτοσυνειδησία και ισλαμική συνείδηση, που πολεμά με το «βαθύ κράτος» της, για να αποκτήσει ευρωπαϊκή συλλογική ταυτότητα και στρατηγική παρουσία στη Δύση. Παρ’ όλο, που έχει αποδεχθεί, σεβαστεί και τηρήσει εμπορικές, οικονομικές και τελωνειακές συμφωνίες με την Ε.Ε., αδυνατεί μέχρι στιγμής να εναρμονιστεί με τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, που προάγουν το δημοκρατικό πολίτευμα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, δηλαδή, το «κοινοτικό κεκτημένο». Ακόμη, οι επεκτατικές τάσεις, οι πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και ο παρεμβατικός χαρακτήρας της στα εσωτερικά ζητήματα άλλων κρατών, δημιουργούν σοβαρή ανασφάλεια και αστάθεια στα κράτη – μέλη της Ε.Ε., ως προς τις επιδιώξεις της και είναι σε πλήρη αντίθεση με την ειρήνη και την ασφάλεια, που αυτή πρεσβεύει. Το Ισλάμ που την οδηγεί και το στρατιωτικό καθεστώς που την κατευθύνει ως κράτος, έρχεται σε κόντρα με το ευρωπαϊκό ιδεώδες των ελευθεριών και της προόδου. Άρα, η Τουρκία δεν πληροί όλα τα κριτήρια ευρωπαϊκότητας, εκτός από το γεωγραφικό, αλλά ούτε και τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης και αυτό δυσχεραίνει τις προοπτικές ένταξης στην Ε.Ε. ή τις οποιεσδήποτε διμερείς συμφωνίες και σχέσεις.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν και τους λόγους που η αίτηση υποψηφιότητας ένταξης της Τουρκίας έγινε δεκτή, αλλά δεν επέτρεψε μέχρι σήμερα τη λήξη των διαπραγματεύσεων. Από τα 35 Κεφάλαια του «κοινοτικού κεκτημένου», μόνο ένα έχει κλείσει προσωρινά, δεκαέξι είναι ανοιχτά και κανένα από αυτά δεν κλείνει οριστικά ενώ οκτώ από αυτά δεν ανοίγουν. Αν και θα αποτελούσε τη δεσποτική πλειοψηφούσα δύναμη του Ευρωκοινοβουλίου, δημιουργώντας πολλά προβλήματα στην εσωτερική συνοχή της Ε.Ε. δεδομένου του συγκεντρωτισμού που τη διακρίνει, θα μπορούσε, ωστόσο, να βοηθήσει με τη στρατιωτική της ισχύ στη διασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή.
Τέλος, ο διάλογος εντός της Ε.Ε. εστιάζεται στο πώς θα μπορέσει η Τουρκία να προσπεράσει την άκαμπτη εσωτερικά κατάστασή της και να σημειώσει πρόοδο και στους 35 τομείς, αλλά και πώς να διατηρήσει τον εξευρωπαϊσμό της και στο μέλλον, μέχρι να αποδεχθεί το ευρωπαϊκό ιδεώδες και κεκτημένο, με σεβασμό και αυτοκριτική διάθεση.