Περίληψη
Η παρούσα εργασία έχει σαν στόχο τη συγκριτική διερεύνηση και αντιπαραβολή του προηγούμενου προτύπου της Περιφερειακής Πολιτικής Συνοχής με το νέο, με σκοπό την εξέταση της συμβολής τους στην άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων και την παραγωγή στρατηγικής ανάπτυξης στην Ε.Ε. Ειδικότερα, εξετάζεται το πώς ανάμεσα στο οικονομικό κεφάλαιο (μηχανισμός τιμών, ρυθμοί μεγέθυνσης, χωρική συγκέντρωση, σύγκλιση οικονομιών προς τα άνω) και το κοινωνικό – σχεσιακό κεφάλαιο (υπεραξία γνώσης, ανάπτυξη, ρύθμιση/αναδιάρθρωση με συμπίεση προς τα κάτω) οικοδομείται μια νέα συνιστώσα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο, το εδαφικό κεφάλαιο: ενδογενής ανάπτυξη, οι οικονομίες αναπτύσσονται στρατηγικά, με συνάρθρωση και συνοχή, ανάλογα με τα ιδιαίτερα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά τους· αποστολή του εδαφικού κεφαλαίου είναι η ενεργοποίησή του για την εξισορρόπηση των παραπάνω αντίρροπων δυνάμεων οικονομικών, εδαφικών πόρων και δημόσιων πολιτικών, που οδήγησαν στο ασύμμετρο χωρικό πρότυπο ανάπτυξης εντός της Ε.Ε. (περιφερειακό πρόβλημα, πρόβλημα ανισοτήτων). Η σπουδαιότητα της ως άνω παρεμβολής προκύπτει από το γεγονός, ότι η οικονομία δεν πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητη από το χώρο, αφού ό,τι συμβαίνει μέσα στο σύστημα της αγοράς, συναρτάται από το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η μεταβλητή του χώρου μπορεί να εμπλακεί ως επιταχυντής των συντελεστών συμμετοχής, εγκατάστασης και ειδίκευσης στην οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη και ως τέτοιος πρέπει να θεωρείται.

Εισαγωγή
Η πολιτική συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρεται στο σύνολο των ενεργειών, που προάγουν τη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ των διαφόρων περιφερειών. Πριν τη Συνθήκη της Λισσαβόνας (2009), η περιφερειακή πολιτική της Ε.Ε. είχε ως επίκεντρο την οικονομική και κοινωνική συνοχή μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών, με γνώμονα την προοδευτική σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των ασθενέστερων χωρικών οικονομιών με το μέσο όρο των σταθερότερων. Στην Ε.Ε., ένα κράτος–μέλος αποτελεί και μια περιφέρεια ή τμήμα μιας ομάδας κρατών, που αποτελούν μια περιφέρεια.
Κατά το προηγούμενο πρότυπο ανάπτυξης της Πολιτικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο στόχος ήταν η οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των οικονομιών των κρατών–μελών, με την προσδοκία της άμβλυνσης των ευρωπαϊκών περιφερειακών ανισοτήτων. Στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η έννοια της συνοχής ήταν αρχικά αντιληπτή ως σύγκλιση και δύσκολο να προσδιοριστεί. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίζει αυτή τη διαδικασία, ως το βαθμό στον οποίο οι ανισότητες κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας σε διαφορετικές περιφέρειες ή ομάδες εντός της Ένωσης είναι πολιτικά και κοινωνικά ανεκτές. Αυτό σημαίνει, ότι τα επίπεδα υστέρησης μιας περιφερειακής οικονομίας μπορούν να είναι μόνο ως κατώτατα επιτρεπτά/αποδεκτά, πάντα σε σύγκριση με τα επίπεδα του μέσου ρυθμού ανάπτυξης μιας ανεπτυγμένης και συνήθως κεντρικής οικονομίας. Κάτω από το ανεκτό όριο καθυστέρησης, οι συρρικνωμένες οικονομίες υποχρεούνται να συγκλίνουν με τις διευρυμένες και μάλιστα το ταχύτερο δυνατό.
Εξεναντίας, η ως άνω πολιτική συνοχής έχει επιτύχει τα αντίστροφα αποτελέσματα, με τη δημιουργία οικονομιών χωρικών συγκεντρώσεων δύο ταχυτήτων: των κεντρικών – μεγεθυμένων και των περιφερειακών – δορυφόρων, ειδικά μετά και τη διεθνή οικονομική κρίση. Γι’ αυτό το λόγο, ο διττός χαρακτήρας της συνοχής, δηλαδή, αφενός η οικονομική και αφετέρου η κοινωνική παράμετρος, κρίθηκε αναγκαίο να εξελιχθεί – επεκταθεί (Επενδυτικό Σχέδιο για την Ευρώπη : Σχέδιο Juncker).
- Η Πολιτική Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.1.Γενικά
Εν αρχή, η ευρωπαϊκή πολιτική της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης σχεδιάστηκε για τον προοδευτικό συντονισμό των επιδόσεων των συνδεδεμένων κρατών–μελών ως προς τα επίπεδα τιμών, το δημόσιο χρέος, τη συναλλαγματική σταθερότητα και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια των ομολόγων. Η σύγκλιση χαρακτηρίζεται από την κάθετη και προς τα άνω δημοσιονομική κατεύθυνση των λιγότερο ευνοημένων περιφερειών, με όσο το δυνατό μικρότερη απόκλιση από το μέσο όρο των σταθερότερων, ώστε να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα ένα και μόνο σημείο ισορροπίας εντός της Ε.Ε. (ολοκλήρωση).
Στην πορεία, κατέστη αντιληπτό, ότι αυτού του είδους η σύγκλιση ήταν αδύνατο να επιτευχθεί μεταξύ των οικονομιών των κ–μ, διότι οι όροι της προσφοράς ενδο-και-διαπεριφερειακά παρεκκλίνουν, λόγω των διαφορών που παρατηρούνται σε κοινωνικό επίπεδο (η διαπίστωση των έντονων αποκλίσεων, που εμποδίζουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση).
Έτσι, κρίθηκε αναγκαίος ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της σύγκλισης, όπου διευρύνθηκε με την εισαγωγή της έννοιας της αλληλεγγύης, ώστε να μετατραπεί σε συνοχή. Η συνοχή περιλαμβάνει την αλληλεγγύη : το ανεπτυγμένο κράτος παραχωρεί μέρος του παραγόμενου πλούτου του στο κράτος σε υστέρηση, γεγονός που δημιουργεί προσπάθεια για οικονομική ανάπτυξη.
Ωστόσο, η αρχική ευρωπαϊκή θέση για την (οικονομική και κοινωνική) συνοχή, επειδή δέχθηκε κριτική ως αναποτελεσματική καθώς προωθεί την αναδιανομή (αρχή της επικουρικότητας) και όχι την ικανότητα ανάπτυξης, επαναπροσδιορίστηκε και παρουσιάζει σημαντικές διαφορές με τη σύγχρονη αντίληψη (για την εδαφική συνοχή). Η βασική κριτική στην αρχή της επικουρικότητας (Συνθήκη του Μάαστριχτ, 1993) εστιάζει στο γεγονός, ότι δεν συμβάλλει στην ενίσχυση της υπευθυνότητας των χρηματοδοτούμενων περιφερειών ούτε και στην ευαισθητοποίηση των πολιτών απέναντι στις τοπικές υποθέσεις. Αντίθετα, ενισχύει την εξάρτηση από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Η εδαφική συνοχή, εκτείνεται πέραν της οικονομικής και κοινωνικής, προσθέτοντας και ενισχύοντας την έννοια αυτή. Κατά το ευρωπαϊκό όραμα, ο στόχος είναι να συμβάλει στην επίτευξη της ισορροπημένης ανάπτυξης, μειώνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες, αποτρέποντας τις εδαφικές ανισορροπίες. Αποβλέπει στην επιτάχυνση της εδαφικής ολοκλήρωσης με τη συνεργασία των περιφερειών, μέσω της ομοιόμορφης, οριζόντιας και κατά τόπους διάρθρωσης των ενδογενών μεγεθών τους (εργατικό δυναμικό, εδαφικές επενδύσεις), ως αντίβαρο στις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής ολοκλήρωσης.
Και η σύγκλιση και η συνοχή, παρά τις εσωτερικές διαφορές τους, στο σύνολό τους ορίζουν το μέτρο της απόκλισης των περιφερειών από τον κοινό ευρωπαϊκό στόχο: τη δημοσιονομική και χωρική ισορροπία.
Κατά την αρχική θέση, τα επιμέρους συστατικά στοιχεία της συνοχής αποτελούσαν: ο κεντρικός σχεδιασμός – ρύθμιση των δημόσιων πολιτικών αναδιανεμητικού χαρακτήρα με στόχο τη σύγκλιση, οι οικονομίες κλίμακας και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των επιχειρήσεων, η αναδιάρθρωση και η ισότητα έναντι της αποτελεσματικότητας κατανομής των πόρων καθώς και η διευθυνόμενη οργάνωση του ευρωπαϊκού χώρου.
Αναλύοντας τα ως άνω, σε μια οικονομική ένωση με γεωγραφικό προσδιορισμό, ο κεντρικός σχεδιασμός της ρύθμισης και αναδιανομής προσαρμόζεται με αντικατάσταση των παικτών σε υπερεθνικό επίπεδο (Ε.Ε., Κράτη–Μέλη, Περιφέρειες) και εναρμονισμένος με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» (δηλαδή, την αποστολή της Ε.Ε.).
1.2.Κεντρική Ρύθμιση Πόρων και Πολιτικών, Αναδιανομή Εισοδήματος
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η ρύθμιση των πόρων και των δημόσιων πολιτικών καθώς και η αναδιανομή του εισοδήματος σχεδιάζονται κεντρικά (από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και ασκούνται αποκεντρωμένα (από τις Κεντρικές Κυβερνήσεις των κ–μ). Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία της ρύθμισης και της αναδιανομής λειτουργεί ως παρέμβαση και όχι ως θεραπεία σε ένα ήδη υπάρχον δημόσιο θέμα, όπως ο προσδιορισμός της ποσότητας παροχής των δημόσιων αγαθών και της φορολόγησης για τη χρηματοδότησή τους. Προσανατολίζεται στη διανομή των παραγόμενων αποτελεσμάτων της αγοράς και όχι στην ίδια κρατική προσφορά, αφήνοντας ακάλυπτα (κενά) σημεία στον κοινωνικό ιστό.
Στη συνέχεια, οι δημόσιες αποφάσεις που λαμβάνονται για τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται για τη φροντίδα των ως άνω δημόσιων υποθέσεων βασίζονται σε εκτιμήσεις της κυβέρνησης αναφορικά με τις συναρτήσεις χρησιμότητας όλων των ατόμων της οικονομίας· η κυβέρνηση μέσα από τη δημόσια κατανάλωση και επένδυση, αλλά και την εκλογική διαδικασία, προσδοκά να προσδιορίσει τις άριστες κατανομές. Έπειτα, οι δημόσιες αποφάσεις που έχουν ληφθεί, μετατρέπονται σε μέσα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής του κράτους για τη σταθεροποίηση των οικονομικών διαταραχών (πληθωρισμού και ανεργίας), που οδηγούν στις εισοδηματικές ανισότητες (αμοιβών εργασίας και συγκέντρωσης πλούτου) μεταξύ των ατόμων.
Εντούτοις, ένας τέτοιος προσδιορισμός δεν ανταποκρίνεται στην αποτύπωση της πραγματικότητας, καθότι δεν υπάρχει κάποιος αξιόπιστος μηχανισμός αποκάλυψης των προτιμήσεων των ατόμων σε αγαθά και υπηρεσίες. Πρόκειται, δηλαδή, για μια προσδοκία των διαμορφωτών των δημόσιων πολιτικών (policy makers, ήτοι κυβέρνηση και κεντρική διοίκηση), ότι θα καταγράψουν τις πραγματικές ανάγκες ή/και προτιμήσεις των ομάδων/ατόμων και θα προσαρμόσουν την προγραμματική τους διάταξη έτσι, ώστε να επιτύχουν μακροπρόθεσμα δημοσιονομική σταθερότητα και ευημερία.
Η προσδοκία των policy makers αντλεί τη δύναμή της από τις εκτιμήσεις τους, όπου με τη σειρά τους διαμορφώνονται από τη δημόσια επιλογή των ατόμων στην κατανάλωση (προτίμηση του αγαθού α έναντι του β), στην επένδυση (προτίμηση της δημόσιας επένδυσης α έναντι της ιδιωτικής β) και εκφράζονται, εκτός από τα παραπάνω, και με την ψήφο στα πολιτικά κόμματα.
Και σε αυτό το σημείο, εφόσον το κράτος θεσμοθετεί για θέματα ανισοτήτων που δεν μπορεί να προσδιορίσει, αρχίζει η αποτυχία της κυβέρνησης (government failure) στη λήψη άριστων αποφάσεων, που ικανοποιούν τις προτιμήσεις όλων των ψηφοφόρων / φορολογουμένων, κατ’ αντιστοιχία με την αποτυχία της αγοράς (market failure) να επιτύχει το μέγιστο επίπεδο ευημερίας των ατόμων μιας οικονομίας με βάση το μηχανισμό των τιμών. Δηλαδή, οι ατέλειες του κράτους τοποθετούνται δίπλα στις ατέλειες της αγοράς για το ίδιο ακριβώς πρόβλημα : την αδυναμία και των δύο να μεγιστοποιήσουν το όφελος της κατανομής πόρων για όλα τα άτομα της κοινωνίας / οικονομίας, εξίσου και χωρίς επιβαρύνσεις ή αποκλεισμούς.
Από αυτό το σημείο και έπειτα, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει το πρόβλημα της αδυναμίας η Ανάλυση Πολιτικής: Ποιος, πώς και γιατί αποφασίζει; Είναι οι διαμορφωτές των δημόσιων πολιτικών κατάλληλοι ως σχεδιαστές; Μπορούν οι σχεδιαστές να είναι ταυτόχρονα και ψηφοφόροι; Και υπό ποια κριτήρια ψήφου; Και με βάση τη νομιμότητα, τη σκοπιμότητα ή την αποτελεσματικότητα; Είναι γνωστές όλες τις πληροφορίες και όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί επιλογών, που είναι απαραίτητα στοιχεία για τη λήψη μιας απόφασης; Οπότε, η ρύθμιση και αναδιανομή πόρων και δημόσιων πολιτικών είναι όλα αυτά που το κράτος (μέσω των εκφραστών του) επιλέγει να κάνει ή να μην κάνει.
Άρα, το ερώτημα που κυριαρχεί για τη φύση της κεντρικής ρύθμισης και αναδιανομής είναι το εξής : πρέπει να παρεμβαίνει η κυβέρνηση (ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή);
1.3.Οικονομίες Κλίμακας, Συγκριτικά Πλεονεκτήματα Επιχειρήσεων
Έπειτα, ο μηχανισμός των εσωτερικών αγορών των κ–μ, που σηκώνει το βάρος του κεντρικού σχεδιασμού, υποστηρίζεται από τις οικονομίες κλίμακας, που προωθούν τον ανταγωνισμό των μεγάλων επιχειρήσεων (στο επίπεδο των τιμών), ο οποίος με τη σειρά του για να κινηθεί τροφοδοτείται από τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Η συμμετοχή τους στο ρυθμό μεγέθυνσης μιας οικονομίας εξαρτάται είτε από το μέγεθος των ίδιων είτε από το μέγεθος του κλάδου στον οποίο ανήκουν, όπου είναι αποτέλεσμα της ορθολογικής άσκησης της τιμολογιακής πολιτικής τους σε σχέση με τα κόστη που αντιμετωπίζουν. Δηλαδή, το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι το πλεονέκτημα, που προκύπτει σε σχέση με κάτι (εδώ: με μια άλλη επιχείρηση) και όχι αυτοδύναμα. Αν αυτό εκλείψει, αυξάνει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της επιχείρησης (ευαισθησία στις εξωτερικές μεταβολές).
Επομένως, καθορίζει και τη (μικρή ή μεγάλη) συμμετοχή της στη διαμόρφωση του ΑΕΠ και, συνεπώς, στη διάχυση του οφέλους στο εξωτερικό περιφερειακό ή ευρωπαϊκό περιβάλλον· αν και το επιχειρηματικό κέρδος αποτελεί μια μικρο-επιχειρησιακή υπόθεση και δεν αντιμετωπίζεται μέσο-περιφερειακά (κλαδικά/βιομηχανικά), αφετέρου, η ανταγωνιστική επίδοση μιας περιφέρειας εξαρτάται από την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες σε αυτή. Όμως, η κάθε επιχείρηση, που εμπλέκεται στην περιφερειακή ελκυστικότητα, δεν είναι απλώς μια επιχείρηση, αλλά μια επιχείρηση στο χώρο. Που σημαίνει, ότι πρέπει να αναπτύξει τα ανακλαστικά μιας έξυπνης χωρικής οικονομικής μονάδας: καινοτομικότητα, έξυπνη εξειδίκευση και υψηλή επιχειρηματική – επενδυτική αντίληψη για να είναι και ελκυστική και να μπορεί και να αντέχει στις οικονομικές διαταραχές.
Παρ’ όλα αυτά, το πόσο αντέχουν οι επιχειρήσεις σε ένα χώρο, που κραδαίνει από τις οικονομικές κρίσεις, είναι ένα μη επαρκώς προσδιορισμένο μέγεθος, με ασαφή εργαλεία μέτρησης ενώ η αναπτυξιακή πολιτική οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης πρέπει να είναι ορισμένη. Απαιτεί μια σαφή και απλή μεθοδολογία θεραπείας του ευρωπαϊκού περιφερειακού προβλήματος.
Ειδικά, όταν η δημοσιονομική αστάθεια είναι μια κατάσταση, που αφενός ο κεντρικός σχεδιαστής δεν μπορεί να ελέγξει, διότι την παθογένεια της οποίας δεν μπορεί να προσδιορίσει (ποιες κοινωνικές ομάδες ή επιχειρήσεις δεν αποκαλύπτουν τις προτιμήσεις τους σε δημόσια αγαθά/υπηρεσίες ή επενδύσεις;) και αφετέρου μια διαταραχή, που ο μηχανισμός των τιμών δεν μπορεί να εξομαλύνει.
Άρα, το ερώτημα που κυριαρχεί για τη φύση των οικονομιών κλίμακας είναι το εξής : αμβλύνουν ή οξύνουν τις ευρωπαϊκές περιφερειακές ανισότητες με την εμπλοκή τους στην περιφερειακή πολιτική οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης;
1.4.Αναδιάρθρωση
Έτσι, όταν ο κεντρικός σχεδιασμός αποκλίνει από τα προγραμματισθέντα, προχωρά σε αναδιάρθρωση πόρων και ανακατανομή των δημόσιων πολιτικών, ώστε να επιτύχει τη διαρθρωτική τους ισότητα ή αποτελεσματικότητα στις ευρωπαϊκές περιφέρειες. Με την αναδιάρθρωση, οι ευρωπαϊκές περιφέρειες σε ανάπτυξη παραχωρούν μέρος του παραγόμενου πλούτου τους στις περιφέρειες σε υστέρηση. Και οι περιφέρειες σε υστέρηση συμμετέχουν εξίσου στην ανακατανομή του πλούτου στο σύνολο των κ–μ. Οι δε διαθέσιμοι σκληροί και μαλακοί πόροι παραμένουν οι ίδιοι. Είναι, δηλαδή, μια εκ νέου πολιτική παρέμβαση (τι θα γίνει) σε ένα υπάρχον ζήτημα (τι μπορεί να γίνει). Συνεπώς, απαιτείται από τους policy makers ο εντοπισμός του συνδυασμού εκείνων των περιφερειακών πολιτικών, που ανακατανέμουν τον πλούτο στις ευρωπαϊκές περιφέρειες με ισότητα και αποτελεσματικότητα. Όμως, η ισότητα προϋποθέτει, ότι ο πλούτος εντός της Ένωσης θα διανεμηθεί με κοινωνικά κριτήρια ενώ η αποτελεσματικότητα προτάσσει τα οικονομικά κριτήρια. Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης είναι η σύγκρουση μεταξύ των στοχεύσεων για την περιφερειακή πολιτική και των επιδιώξεων για την οικονομική ανάπτυξη αντίστοιχα, των ίδιων policy makers.
Άρα, το ερώτημα που κυριαρχεί για τη φύση της αναδιάρθρωσης είναι το εξής: είναι το δίκαιο αποτελεσματικό; Και αν ναι, ποιος είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανάπτυξης με τον οποίο είναι και δίκαιο και αποτελεσματικό να συγκλίνουν οι προβληματικές με τις ανεπτυγμένες περιφέρειες; Και ποιος το ορίζει (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή τα κ–μ);
1.5.Διευθυνόμενη Οργάνωση Χώρου
Αυτό το πρότυπο ανάπτυξης, έως τώρα η Ε.Ε. το διοικεί υπό τη λεγόμενη διευθυνόμενη (managerial) οργάνωση του ευρωπαϊκού χώρου. Δηλαδή, η έμφαση δίδεται περισσότερο στη διανομή των οικονομικών αποτελεσμάτων από ό,τι στην παραγωγή τους. Ωστόσο, η managerial διάσταση αποκαλύπτει την ανεπάρκεια της ως άνω ευρωπαϊκής πολιτικής σύγκλισης να αντιμετωπίσει τις χωρικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στα κ–μ, όπου παρατηρήθηκαν και τα πιο έντονα φαινόμενα κυκλικότητας και ευπάθειας των διασυνδεδεμένων οικονομικών περιφερειών.
- Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Εδαφικής Συνοχής
2.1.Από τη Δημοσιονομική Λειτουργία στην Οικονομική Χωροταξία
Για όλους τους παραπάνω λόγους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε μεταβολή από τη ρυθμιστική πολιτική αναδιανεμητικού χαρακτήρα, συμβατής και με τον κρατικό παρεμβατισμό και την ελεύθερη αγορά, στο μέσο αυτών των δύο. Από τη διόρθωση των ανισοτήτων (ex post προσέγγιση του προβλήματος) στον ειδικό για κάθε χώρο σχεδιασμό (ex ante προσέγγιση). Δηλαδή, στο στρατηγικό ρόλο του περιφερειακού προγραμματισμού με ενεργοποίηση της εδαφικής διάστασης της ανάπτυξης: την Ευρωπαϊκή Πολιτική Εδαφικής Συνοχής.
Κατά τη σύγχρονη ευρωπαϊκή θέση, τα επιμέρους συστατικά στοιχεία της συνοχής είναι : ο κατά τόπους στρατηγικός σχεδιασμός, οι οικονομίες εντοπιότητας, η έξυπνη εξειδίκευση, τα απόλυτα εδαφικά πλεονεκτήματα, η συνάρθρωση και η ενδογενής ενεργοποίηση του εδαφικού κεφαλαίου καθώς και η επιχειρηματική οργάνωση του ευρωπαϊκού χώρου, που οδηγούν στην έξυπνη ανάπτυξη.
2.2.Εδαφικό Κεφάλαιο
Στο νέο αυτό ευρωπαϊκό πρότυπο περιφερειακής πολιτικής, βασική συνιστώσα της ανάπτυξης των κ–μ αποτελεί το εδαφικό κεφάλαιο (territorial capital), δηλαδή η ιδιαίτερη εδαφική φυσιογνωμία των περιφερειών: φυσικοί πόροι – γεωγραφική θέση, δομές (υποδομή, ανωδομή), εργατικό δυναμικό, τομείς παραγωγής, επιχειρηματικότητα – ανταγωνιστικότητα, γνώση, δίκτυα (ηλεκτρονικά, συστάδες). Η ενεργοποίηση του εδαφικού κεφαλαίου δίδει τη δυνατότητα στις χωρικές οικονομίες να διαχειρίζονται μόνες τους την ανάπτυξή τους, με σκοπό την πραγματική (αυτή τη φορά) άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων εντός Ε.Ε. Οι οικονομικές περιφέρειες εδαφικής δυναμικότητας εξαρτώνται και τροφοδοτούνται από το δικό τους εδαφικό κεφάλαιο και τα ως άνω φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά επιστρατεύονται προκειμένου να αντιμετωπίσουν εξωτερικούς κραδασμούς και να επανέλθουν στα επίπεδα, που προσέγγιζαν πριν από μια οικονομική διαταραχή (self–reliant and resilient). Δηλαδή, το εδαφικό κεφάλαιο δίνει το έναυσμα για τη μετάβαση από τη βιωσιμότητα στην ανθεκτικότητα των οικονομικών περιφερειών, ως ένα πολλαπλώς καινοτόμο εργαλείο περιφερειακής πολιτικής για την ανάπτυξη.
2.3.Κατά Τόπους Στρατηγικός Σχεδιασμός Πόρων και Πολιτικών
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η κεντρική ρύθμιση και αναδιανομή πόρων και δημόσιων πολιτικών (μία συνταγή από τα άνω για όλες τις οικονομίες) αντικαθίσταται από το στρατηγικό σχεδιασμό (regional planning, κατά τόπους και από τα κάτω προγραμματισμός, με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες των περιφερειακών οικονομιών). Οι περιφερειακές οικονομίες γνωρίζουν καλύτερα τις ανάγκες τους από τα απομακρυσμένα κέντρα λήψης αποφάσεων για τη διαμόρφωση της προγραμματικής διάταξης (regional agenda). Πρόσθετα, ο στρατηγικός σχεδιασμός μειώνει την απόσταση μεταξύ : ατόμων και αγοράς, ατόμων και κράτους, ατόμων και χώρου (οριζόντια και κάθετη τήρηση ίσων αποστάσεων όλων των εμπλεκομένων). Επεκτείνοντας, εξατομικεύει την ευθύνη των εμπλεκομένων, σε αντίθεση με την κεντρική ρύθμιση της αναδιανεμητικής πολιτικής (κράτους και αγοράς), που την καθιστά απρόσωπη.
2.4.Έξυπνη Εξειδίκευση Ενδογενούς Δυναμικού
Εδώ, ο μηχανισμός υποστήριξης των περιφερειακών οικονομιών απέναντι στις οικονομίες κλίμακας (μηχανισμός τιμών ελεύθερης αγοράς, ευέλικτη συσσώρευση και έντονη χωρική συγκέντρωση δραστηριοτήτων = μεγάλες χωρικές ανισότητες) είναι η έξυπνη εξειδίκευση (smart specialization) του ενδογενούς δυναμικού (δηλαδή, συμπεριλαμβανομένου του λανθάνοντος εργατικού δυναμικού, όπου δεν αρκεί να απασχολείται, αλλά να απασχολείται σωστά με βάση τις δεξιότητες και τις κλαδικές ανάγκες του χώρου). Διευρύνοντας, μέσω αυτού του μηχανισμού προάγεται η κοινωνική προστασία έναντι μιας οικονομικής διαταραχής, αφού ο ίδιος χωροθετεί δίκαια τις κοινωνικές αξίες. Το βιοτικό επίπεδο των ατόμων (ανάπτυξη) διαμορφώνεται όχι μόνο από την οικονομική, αλλά και τη χωρική πολιτική, που επηρεάζει την ποιότητα των τόπων, όπου ζουν και εργάζονται. Άρα, με την εδαφική συνοχή η αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων προεκτείνεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των εδαφών (εδώ : οι περιφέρειες).
2.5.Οικονομίες Εντοπιότητας, Απόλυτα ή Ανταγωνιστικά Πλεονεκτήματα Χώρου
Κατ’ αυτό τον τρόπο, έναντι των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των επιχειρήσεων προτάσσονται τα απόλυτα ή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του χώρου (absolute or competitive advantages), που είναι μοναδικά για κάθε περιφέρεια και αμβλύνουν πραγματικά τις περιφερειακές ανισότητες μεταξύ των οικονομιών. Τα απόλυτα πλεονεκτήματα δεν προκύπτουν συγκριτικά (σε σχέση με κάτι), βασίζονται σε εγγενή χαρακτηριστικά και είναι αυτοδύναμα, αυτοτροφοδοτούμενα. Ο ανταγωνισμός στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της χωρικής ανάπτυξης στην Ε.Ε. Οι περιφέρειες της συνοχής (όπως οι επιχειρήσεις της σύγκλισης) δεν θα μπορούσαν να μην ανταγωνίζονται μεταξύ τους για επιχειρηματικές δραστηριότητες, θέσεις εργασίας και δομές (οικονομίες εντοπιότητας με επιχειρήσεις συγκεντρωμένες στον ίδιο χώρο). Παρά ταύτα, δεν εισέρχονται όλες οι ευρωπαϊκές περιφέρειες από το ίδιο σημείο και τα ίδια μερίδια στο χωρικό ανταγωνισμό. Ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η σταδιακή χωροταξική ισορροπία, ώστε να παραχθεί η ομοιόμορφη γεωγραφική κατανομή της ανάπτυξης στην ευρωπαϊκή επικράτεια.
2.6.Συνάρθρωση
Δηλαδή, οι περιφέρειες οδηγούνται από την παρέμβαση (που καλύπτει τα συμπτώματα) της σύγκλισης με το μέσο όρο και προς τα άνω, στην ενδογενή παραγωγή της συνοχής (territorial cohesion, που θεραπεύει το πρόβλημα)· που σημαίνει, ότι παρακάτω εγκαταλείπουν το δίλημμα της αναδιάρθρωσης (ισότητα ή αποτελεσματικότητα κατανομής πόρων : μεταφέροντας τον πλούτο από τις περιοχές όπου πλεονάζει προς τις περιοχές σε υστέρηση, διότι το σωστό δεν είναι πάντα δίκαιο), κατευθυνόμενες προς τη συνάρθρωση (territorial articulation, ο πλούτος παράγεται κατά τόπους, ενδογενώς και με διάχυση του οφέλους, διακρίνεται ανάπτυξη σε όλες τις περιοχές και όχι μόνο στις υπανάπτυκτες). Η έμφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής εδαφικής συνοχής μετατοπίζεται από την επένδυση σε περιφέρειες που χρειάζονται περισσότερη ανάπτυξη, σε εκείνες που διαθέτουν το μεγαλύτερο δυναμικό ανάπτυξης, με σκοπό να μην αφήνει ακάλυπτα (κενά) σημεία στο χώρο.
2.7.Έξυπνη Ανάπτυξη
Τα προεκτεθέντα μπορούν να συσφίξουν τους δεσμούς μεταξύ αστικών, αγροτικών και αλιευτικών περιοχών, όπως και τις σχέσεις πόλεων και υπαίθρου, υπό τη μορφή εταιρικών συμβάσεων έξυπνης ανάπτυξης (smart territorial development) με εργαλεία τα Τοπικά Προγράμματα και τις Ολοκληρωμένες Εδαφικές Επενδύσεις (στοχοθεσία και αιρεσιμότητες). Τα χρηματοδοτικά εργαλεία (διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία) αναδιαμορφώνουν το ρόλο τους, ώστε να ενισχύουν οικονομικά τους αναπτυξιακούς στόχους με επάρκεια σκληρών και μαλακών περιφερειακών δομών, όπου αποτελούν τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υλοποίηση των προγραμμάτων, ως βελτίωση της επικουρικότητας.
- Συμπεράσματα
3.1.Τριπλή Λειτουργία Εδαφικής Συνοχής
Συνοπτικά, η έξυπνη ανάπτυξη της πολιτικής εδαφικής συνοχής ανταποκρίνεται στον τρισδιάστατο ρόλο της : 1) καταμερίζει το όφελος μεταξύ πυκνότητας πληθυσμού, αριθμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων και δομών, χρησιμοποιώντας τα δίκτυα ως διαύλους επικοινωνίας (μεταφοράς του οφέλους)· 2) επιταχύνει την απόδοση των συντελεστών συμμετοχής, εγκατάστασης και ειδίκευσης στην οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη· 3) συγκεντρώνει και συμπυκνώνει την τριπλή ικανότητα μιας οικονομικής περιφέρειας: i) την καινοτομικότητα (στην τεχνολογία, την κλαδική παραγωγή και υπηρεσίες), ii) τη χωρική αλληλεγγύη και iii) τη δικτύωση (ψηφιακή και clusters).
3.2.Εδαφική Ατζέντα 2020
Κατ’ αυτό τον τρόπο, από τη διευθυνόμενη ευρωπαϊκή διακυβέρνηση μεταφερόμαστε ομαλά στην επιχειρηματική οργάνωση (entrepreneurial), της αύξουσας αποδοτικότητας των συντελεστών (α) του χώρου, (β) της εργασίας, (γ) του κεφαλαίου και (δ) του χωρικού ανταγωνισμού· η Εδαφική Ατζέντα 2020, μεταξύ άλλων, σταδιακά θα εκσυγχρονίσει και τέλος θα αντικαταστήσει τη λογική του (μη επικαιροποιημένου) ΕΣΠΑ, με προσανατολισμό στην ευρωπαϊκή χωροταξία της ισοβαρούς οικονομικής ανάπτυξης για όλα τα κράτη–μέλη και ως τέτοια πρέπει να θεωρείται. Προτεραιότητα της Territorial Agenda 2020 είναι η διαχείριση των συγκεντρώσεων με τέτοιο τρόπο, ώστε οι περιφέρειες να συνδεθούν μεταξύ τους και η κυκλοφορία των πόρων σε αυτές να συμβαίνει αρμονικά.
Εν κατακλείδι, οι περιφέρειες παύουν να υφίστανται ως παθητικοί παίκτες, που υποβάλλονται στις αποφάσεις ενός εθνικού / υπερεθνικού ρυθμιστικού κέντρου ή στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς, αλλά μεταβάλλονται σε ενεργούς παράγοντες, που αναπτύσσουν το δικό τους εδαφικό μερίδιο στα κέρδη. Το νέο διεθνές παίγνιο ανταγωνιστικότητας παίζεται και κερδίζεται σε περιφερειακό επίπεδο.
__________
Βιβλιογραφία
Camagni, Ρ.,Capello, P., (2013), “Regional Competitiveness and Territorial Capital: A Conceptual Approach and Empirical Evidence from the European Union”, Regional Studies, 47(9): 1383–1402
Davoudi, S., (2016), “Resilience and governmentality of unknowns”, in M. Bevir (ed.) Governmentality after neoliberalism, Routledge
Davoudi, S., (2005), “Understanding Territorial Cohesion”, Planning Practice and Research, 20(4): 433–441
European Commission, (2011), “Territorial Agenda of the European Union 2020 : Towards an Inclusive, Smart and Sustainable Europe of Diverse Regions”, Informal Ministerial Meeting of Ministers responsible for Spatial Planning and Territorial Development, Hungary
European Commission, (2008), “Green Paper on Territorial Cohesion Turning territorial diversity into strength”, Communication from the Commission to the Council, the European Parliament, the Committee of the Regions and the European Economic and Social Committee, {SEC(2008) 2550}, Brussels
European Commission, (1999), “ESDP: European Spatial Development Perspective. Towards Balanced and Sustainable Development of the Territory of the European Union”, Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities
Fisher, F., Miller, G., Sidney, M., (2007), “Handbook of Public Policy Analysis : Theory, Politics and Methods”, CRC Press
Papakonstantinidis, L., Barbarousi, C., (2018), “A Social Welfare Economics Proposal Through Bargaining Theory: a Win-Win-Win Papakonstantinidis Model Approach Inserting Overall Arbitrator Player to the Local Development Game”, International Journal of Innovation and Economic Development, 3(6): 55–60
Petrakos, G., (2012), “Integration, spatial dynamics and regional policy dilemmas in the European Union”, Region & Periphery, (2): 7–20
Psycharis, Y., Kallioras, D., Pantazis, P., (2014), “Economic Crisis and Regional Resilience: Detecting the Geographical Footprint of Economic Crisis in Greece”, Regional Science Policy and Practice, 6(2): 121–141
Servillo, L., Atkinson, R., Russo, A., P., (2011), “Territorial attractiveness in EU urban and spatial policy: A critical review and future research agenda”, European Urban and Regional Studies, 0(0):1–17
Toth, B., I., (2011), “Changing Endogenous Development: the Territorial Capital”, Journal of Economics and Business Research, 17(2): 137–151
Δημοσίευση: Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών | 22 Απριλίου 2019