Δημοσίευση: Βήμα Press  |  7 Ιανουαρίου 2022

 

Η περιφερειακή πολιτική είναι η βασική πολιτική επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία προτείνει στα κράτη-μέλη να υιοθετήσουν το υπόδειγμα της εδαφικής ανάπτυξης ως το μοντέλο στο οποίο να βασίζεται η τρέχουσα εθνική οικονομική τους ανάπτυξη. Δεν έχει νομική ισχύ, δεν είναι καν υποχρεωτική· τουναντίον, τα κράτη-μέλη μπορούν να την παρακάμψουν και να οργανώσουν και να ασκήσουν όποια μέτρα ανάπτυξης επιθυμούν, απλώς δεν θα τύχουν της προβλεφθείσας χρηματοδότησης από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Εντούτοις, αυτή δεν είναι μια επιλογή που θα εξυπηρετούσε τα κράτη-μέλη, καθώς το εδαφικό είναι ένα μοντέλο τελευταίας αναπτυξιακής τεχνολογίας και ανιχνεύει μια σημαντική διάσταση των αρνητικών εξωτερικών οικονομιών ή επιβαρύνσεων, την εδαφική· κάτι, που άλλα μοντέλα δεν μπορούν. Καθώς, οι περιφερειακές ανισορροπίες δεν μπορούν να διορθωθούν από τις δυνάμεις της αγοράς, οι οποίες ενίοτε αποσυντονίζουν τις περιφερειακές διοικήσεις, κι αυτή ήταν μια ιστορική παραδοχή της Επιτροπής· οπότε πρέπει να παρέμβουν οι περιφερειακοί φορείς αποφάσεων και να εξισορροπήσουν πόρους, δρώντες και δράσεις, συμπληρωματικά με τη σύγκλιση και αποκεντρωμένα, όπου η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ως συγχώνευση των εθνικών αγορών αδυνατεί.

Παρά λοιπόν τις γενναιόδωρες περιφερειακές πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί για να συμβάλλουν στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η περιφερειακή πόλωση έχει ενταθεί, ειδικά στη Νότια, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Διότι, το κεντρικό κράτος και οι εξ αυτού εντεταλμένοι φορείς υλοποίησης, έχοντας απομακρυσμένη θέση από το υπερ-τοπικό πεδίο δράσης, προωθούν μάλλον μια τυποποιημένη και αφαιρετική πολιτική, παρά μια εξειδικευμένη στρατηγική σχεδιασμού για την κάθε περιφέρεια, σύμφωνα με τη δυναμικότητα και τα περιθώρια ανάπτυξης που παρουσιάζει, τις ανάγκες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια -περιέργως και αενάως- αγεφύρωτη απόσταση μεταξύ των κρατικών κέντρων εξουσίας και των εντεταλμένων περιφερειακών διαχειριστικών αρχών τους από το υπερ-τοπικό πεδίο δράσης και τις τοπικές κοινωνίες ως αποδέκτες του περιεχομένου των αναπτυξιακών αποφάσεων.

Και εδώ ενεργοποιείται το εργαστηριακό μικροσκόπιο· την ώρα που το Τρεμάμενο Χέρι των κατά τόπους εντεταλμένων συνδιαμορφωτών των αναπτυξιακών πολιτικών καλείται να εκτελέσει το περιεχόμενο της περιφερειακής πολιτικής και την τελευταία στιγμή ολισθαίνει και αποκλίνει από τα προγραμματισθέντα, επιλέγοντας μια εσφαλμένη στρατηγική ή δεν επιλέγει καμμία στρατηγική. Θαρρεί κανείς, ότι καλύπτονται από το ροουλσιανό πέπλο άγνοιας και ο καθένας από αυτούς δεν βλέπει τα διδάγματα που αντλήθηκαν στο πεδίο από τις εμπειρίες της ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής τα τελευταία 20 χρόνια, απλά καταλαβαίνει ότι η περιφέρεια-στόχος μπορεί διαισθητικά να αποτελεί μέρος της προγραμματικής διαδικασίας ή δεν πειράζει κι αν δεν αποτελεί. Γιατί επιλέγουν στρατηγικές που δεν μοιάζουν λογικές για τις περιφέρειες, δηλαδή δεν μεγιστοποιούν την προσδοκώμενη ωφέλεια; Γιατί δεν προσπαθούν να βρουν λύσεις στα επίμονα προβλήματα ανισότητας, υποθέτοντας πώς θα συμπεριφέρονταν και οι άλλες ευρωπαϊκές περιφέρειες; Γιατί επιμένουν σε μια λογική ασυνέπεια και σε συστηματικά τρέμουλα; Δεν γνωρίζουν; Δεν μπορούν; Δεν θέλουν; Αυτά είναι λυμένα στην Περιφερειακή Επιστήμη. Ο προγραμματισμός δεν κάνει λάθος· αν κάνει λάθος, δεν είναι προγραμματισμός. Τέλος!

Μάλιστα, έχουμε σε τέτοιο βαθμό δικαιολογήσει την ανορθολογική συμπεριφορά των διαχειριστικών αρχών στα συγκεκριμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη του ευρωπαϊκού χώρου, που πλέον δεν αποτελεί μια συστηματική απόκλιση από την ισορροπία (ή τρέμουλο), αλλά μέρος της. Μήπως αυτός είναι και ο λόγος που είναι αδύνατο να προσδιοριστεί κάποια κοινή ευρωπαϊκή πορεία περιφερειακής ισορροπίας; Εξηγούμαι: στον εργαλειακό ορθολογισμό κυριαρχεί η κοινή γνώση, δηλαδή όλοι γνωρίζουν ποιο είναι το καλό τους και γνωρίζουν ότι και οι άλλοι γνωρίζουν ότι και οι ίδιοι γνωρίζουν ότι και οι άλλοι γνωρίζουν κ.ο.κ. Κατά το μονόλογο του Ορθού Λόγου πάνω στον Ανορθολογισμό του Foucault και με αναγωγή στο περιφερειακό πρόβλημα που είναι πρόβλημα ανισοτήτων, για να εξηγήσουμε τι είναι η περιφερειακή ισορροπία πρέπει πρώτα να παρουσιάσουμε μια πλήρη θεωρία της συμπεριφοράς των αναπτυξιακά μη ορθολογικών περιφερειακών φορέων αποφάσεων. Αν όμως παρουσιάσουμε μια πλήρη θεωρία της συμπεριφοράς των μη ορθολογικών διαχειριστών, πρέπει να εξηγήσουμε τις συστηματικές αποκλίσεις (δηλαδή τα τρέμουλα ή σφάλματα ή αστοχίες) από την ισορροπία (δηλαδή την περιφερειακή ανάπτυξη). Αλλά τα αξιώματα δεν μπορούν να αποδειχθούν μέσα στη θεωρία, αφού είναι αντιφατικά και δείχνουν ότι η θεωρία αντίκειται στον εαυτό της. Από την άλλη, αν δεν είναι αληθή, τότε είναι ψευδή και η θεωρία είναι ασυνεπής, εφόσον τα αξιώματα και αποδεικνύονται και αντικρούονται από τη θεωρία. Αν τώρα προσφέρουμε αυτή την εξήγηση στους ανορθολογιστές, θα την καταστήσουμε κοινή γνώση. Άρα, δεν θα πρόκειται για απόκλιση, αλλά για μέρος της θεωρίας (όπερ έδει δείξαι). Όμως, αν η θεωρία της περιφερειακής ανάπτυξης αποδεχθεί την απόκλιση, που είναι ωστόσο μέρος ή αδυναμία του διαχειριστικού συστήματος, τότε η συμπεριφορά των ανορθολογικών διαχειριστών δεν μπορεί να προβλεφθεί από την Περιφερειακή Επιστήμη. Διότι, τότε, οι ανορθολογιστές θα είναι λογικό να μπορούν να συμπεριφερθούν λογικά. Γεγονός, που θα εξαφάνιζε ως δια μαγείας την αναπτυξιακή ανισορροπία μεταξύ των περιφερειών, που περιγράψαμε νωρίτερα. Η ανισορροπία όμως (και γενικά και ειδικά) στη Νότια, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δεν είναι μια υποθετική κατάσταση, φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού, πριν ακόμη βγουν τα διαγνωστικά εργαλεία. Οι Συμπεριφορικοί φωνάζουν: «δεν ευθύνεται ο μηχανισμός αντίληψης του ανθρώπου για τις λάθος αποφάσεις, αλλά ο τρόπος που είναι κατασκευασμένο το σύστημα όπου τον εξωθεί»! Και οι Νεοκλασικοί δεν κάνουν πίσω: «λυπούμαστε· αλλά δεν φταίει το σύστημα»… Ποιος έχει δίκιο;

Εν κατακλείδι. Είναι απαραίτητη η μίξη της τοπικής γνώσης με τις διεθνείς προοπτικές. Και πρέπει να ενθαρρύνεται η διαφοροποίηση των περιφερειών από τον ανταγωνισμό, και μεταξύ ετερογενών στρατηγικών και μεταξύ ετερόκλιτων μηχανισμών εκτέλεσης. Αφού και η υπερβολική συνέπεια μεταξύ ευρωπαϊκών, εθνικών και περιφερειακών κατευθυντήριων γραμμών μπορεί να έχει παρενέργειες. Όπως ισχύει με το μιμητισμό των πολιτικών που δεν ανταποκρίνονται παντού το ίδιο, ειδικά σε περιφέρειες με λιγότερη εμπειρία, χαμηλότερες θεσμικές δυνατότητες και μειωμένη κοινωνικο-χωρική δικαιοσύνη, όπως συμβαίνει στις εν λόγω. Αλλά η διαφοροποίηση από μόνη της δεν είναι καινοτομία. Καινοτομία είναι: διαφοροποίηση συν περιφερειακή πολιτική…