Δημοσίευση: Βήμα Press  |  26 Ιουνίου 2022

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες των προηγμένων χωρών ο τρόπος οργάνωσης του παραγωγικού συστήματος καθορίζει τη συμπεριφορά της παραγωγικότητας και, επομένως, τη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης. Συνεπώς, ο ρόλος και η επίδραση των θεσμών στην οργάνωση της εμπορικής δραστηριότητας είναι σημαντικός καθώς βασική τους αρμοδιότητα είναι η άσκηση και η ρύθμιση της εξουσίας των φορέων αποφάσεων για την επίλυση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που παρουσιάζονται. Το κράτος σε ρόλο ρυθμιστή, εξισορροπιστή και αναδιανεμητή του παραγόμενου πλούτου οργανώνει και διευθύνει την αναπτυξιακή διαδικασία. Άρα, ένας σίγουρος τρόπος για να μην έρθει η ανάπτυξη είναι η απορρύθμιση, η αποδιοργάνωση και εν τέλει η αποδυνάμωση των θεσμών… Όμως, ποιοι θεσμοί έχουν σημασία για την ανάπτυξη;

Στην επιστημονική βιβλιογραφία αρκετοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να προσδιορίσουν ποιοι θεσμοί έχουν σημασία, οπότε η δημοκρατία αποτελεί το πεδίο ορισμού και ενδιαφέροντος. Οπωσδήποτε, τα χαμηλά κόστη των συναλλαγών, η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και των επενδυτών, οι πολιτικές κινήτρων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα που προάγουν τη γνώση και την καινοτομία συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την ανάπτυξη. Προφανώς, οι συνθήκες ελεύθερης διακίνησης πόρων και ιδεών, αποτελεσματικών διαπραγματεύσεων, πλήρους πληροφόρησης, βεβαιότητας και σταθερότητας δεν μπορούν να διασφαλισθούν εκτός δημοκρατικών συστημάτων. Δεν υπάρχει τίποτα αμφιλεγόμενο σε αυτό.

Ωστόσο, ένα ευρύ φάσμα θεωριών, που διατρέχει μια γκάμα αντιλήψεων και πρακτικών, βρίσκει μια διφορούμενη σχέση μεταξύ δημοκρατίας και ανάπτυξης. Ακόμη και σε χώρες με ισχυρή αντιπροσωπευτική δημοκρατία η ανάπτυξη μπορεί να μην είναι εξασφαλισμένη. Για παράδειγμα, στη Δυτική Ευρώπη ένας σημαντικός λόγος για τους αδύναμους κρατικούς θεσμούς σήμερα δεν είναι η αποικιοκρατία. Αλλά η πολύ μικρή πολιτική σύγκρουση των ελίτ και η τάση τους να προβαίνουν σε συμβιβασμούς για να κερδίσουν υποστηρικτές, να αυξήσουν τα έσοδά τους και να νικήσουν τους εξωτερικούς εχθρούς. Αντίθετα, επειδή η γη ήταν άφθονη στην Αφρική, τα προαποικιακά αφρικανικά κράτη δεν αγωνίστηκαν για να υπερασπιστούν τα όριά τους, επομένως, δεν χρειάστηκε να δημιουργήσουν αποτελεσματική γραφειοκρατική οργάνωση για να συγκεντρώσουν κεφάλαια ή να προβούν σε πολιτικές παραχωρήσεις στους πολίτες τους για να τους πείσουν να υποστηρίξουν την πολεμική προσπάθεια. Τα αφρικανικά κράτη απλώς δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να εδραιώσουν τον έλεγχο στις απομακρυσμένες περιοχές τους. Αργότερα, οι αποικιακές δυνάμεις έκαναν τα πράγματα χειρότερα· έκαναν λίγα για την οικοδόμηση κρατικών θεσμών, εκτός από εκεί που υπήρχε ευρωπαϊκή παρουσία.

Γενικά, όταν στο εσωτερικό μιας χώρας το οικονομικό και το διανοητικό κεφάλαιο έχουν δυσαρεστηθεί με τη θεσμική κατάσταση, τότε είναι πιο πιθανό κάποια ξένη δύναμη να παρέμβει για να αλλάξει βαθιά ριζωμένους θεσμούς, συνήθως υποκινώντας επαναστάσεις ή εισβάλλοντας, μερικές φορές σε συνεργασία με έναν ισχυρό τοπικό μεταρρυθμιστή (όπως στην περίπτωση του Ναπολέοντα στη Γαλλία, του Τσάρου Πέτρου στη Ρωσία ή του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στην Τουρκία).

Επιπλέον, τα κράτη που ανήκουν στη νότια τυπολογία χωρών της Ευρώπης, η οποία περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και το Βέλγιο, αντιμετωπίζουν ζητήματα αναφορικά με τον τρόπο οργάνωσης των θεσμών. Το «γαλλικό» ή «Francogroup» ή «ναπολεόντιο» ή «νοτιοευρωπαϊκό» μοντέλο δημόσιας διοίκησης χαρακτηρίζεται από στοιχεία εχθρικά προς την ανάπτυξη: από ισχυρό συνταγματικό καθεστώς, πολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης και πελατειακές σχέσεις των ομάδων συμφερόντων, ασθενή αυτοτέλεια της αυτοδιοίκησης, συγκεντρωτισμό των αρμοδιοτήτων, ισχυρό βαθμό πρόσβασης των πολιτικών προσώπων στα κρατικά όργανα άσκησης εξουσίας, χαμηλή απόδοση των διαθέσιμων πόρων, δυσκαμψία του συστήματος λόγω γραφειοκρατικής τυπολατρίας (το γράμμα του νόμου), σκληρότητα του κράτους, απουσία πληροφόρησης και δικτύωσης των δρώντων υποκειμένων, σκεπτικισμό απέναντι στην καινοτομία, αδυναμία προσαρμογής στα νέα διεθνή τεχνικά και επιστημονικά πρότυπα, δυσπιστία δημόσιας διοίκησης και κοινωνίας. Ειδικά στην Ελλάδα δεν προβλέπεται σαφές αναπτυξιακό πλαίσιο ούτε επαρκής σύμπλεξη μεταξύ χωρικού και αναπτυξιακού σχεδιασμού, γεγονός που δυσχεραίνει την υλοποίηση των επιλογών ανάπτυξης. Αντιθέτως, κυριαρχεί ο χαμηλός βαθμός επιστημονικότητας, τεχνογένεσης και τεχνογνωσίας στη φροντίδα των αναπτυξιακών υποθέσεων, ο χαμηλός βαθμός εταιρικής και ψηφιακής δικτύωσης και η διαπερατότητα στο σύστημα ελέγχου και εποπτείας επί των οργάνων των θεσμών.

Γίνεται φανερό, ότι κύριος καθοριστικός παράγοντας της ευημερίας μεταξύ των χωρών είναι οι διαφορές στην οργάνωση των οικονομικών θεσμών. Η επίλυση του προβλήματος της ανάπτυξης συνεπάγεται τη ρύθμιση αυτών των θεσμών. Δυστυχώς, αυτό είναι δύσκολο γιατί οι οικονομικοί θεσμοί προκύπτουν από συλλογικές επιλογές που είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαδικασίας. Για την ακρίβεια, οι οικονομικοί θεσμοί μιας κοινωνίας εξαρτώνται από τη φύση των πολιτικών θεσμών και την κατανομή της πολιτικής εξουσίας στην ίδια την κοινωνία (παγίδα θεσμικών μεταρρυθμίσεων).

Εν κατακλείδι, ένας θεσμός είναι μια ελατή έννοια, μπορεί να σφυρηλατηθεί και να λάβει σταδιακά το ρόλο που απαιτείται για να διευθύνει τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας. Οπότε, κατά τη συλλογική αυτή πολιτική διαδικασία (εκλογές), θα είχε ενδιαφέρον να αναρωτηθεί η κοινωνία ποιες εγχώριες δυνάμεις εμποδίζουν την ανάπτυξη στο εσωτερικό μιας χώρας και ποιες άλλες ευνοούν την εμπλοκή των ξένων συμφερόντων στη θεσμική προώθησή της…