Δημοσίευση: Βήμα Press  |  1 Δεκεμβρίου 2021

 

Είναι γεγονός, ότι η διαπραγμάτευση είναι σε κάθε περίπτωση προτιμότερη από τη μη-διαπραγμάτευση, καθότι τα διαπραγματευόμενα μέρη αποκομίζουν από την έκβαση της διαδικασίας έστω την ελάχιστη υποδιαίρεση του υπό διανομή αγαθού. Το οποίο είναι αμφίβολο εάν θα αποκόμιζαν από μια σύγκρουση ή –ακόμη χειρότερα– με την αποχή τους από αυτή. Είναι επίσης γεγονός, ότι τα μαθηματικά της διαπραγμάτευσης δεν μπορούν να διορθώσουν την αδικία κατά τη διανομή του αποτελέσματος· καθώς, η νεοκλασική σχολή οικονομικής σκέψης κατά την οποία τυποποιήθηκαν χρονικά, υποστηρίζει ότι σημασία έχει το αποτέλεσμα και όχι η στρατηγική. Γνωστό και ως διαπραγματευτικό πρόβλημα. Παρά ταύτα, πάνω στη λογική της επιχείρησης έχει θεμελιωθεί και οικοδομηθεί το αποτέλεσμα μιας από τις σημαντικότερες διαπραγματεύσεις όλων των εποχών: η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και έχει μείνει στην ιστορία άλλη μία από τις μεγαλύτερες, το Πρωτόκολλο του Κιότο. Ποιος είπε ότι οι μεγάλες αδικίες δεν γεννούν και μεγάλες ευκαιρίες; Αυτό συμβαίνει ανεξαρτήτως του ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο σε μια σχέση δράσης – αντίδρασης και των λόγων που αναγκάζονται οι αντίθετες πλευρές να συνεργαστούν· διότι, η κοινωνική αδικία είναι εγγενής αδυναμία του συστήματος, όπως και της διαδικασίας της διαπραγμάτευσης. Ακόμη και σε περιπτώσεις που το ζητούμενο θα περίμενε κανείς ότι ενώνει αντανακλαστικά τα διαπραγματευόμενα μέρη, όπως η προστασία του περιβάλλοντος… Αλλά ας δούμε.

Η διαδικασία της διαπραγμάτευσης δικαίως αποτελεί μέρος της τρίτης ενοποιητικής θεωρίας των φυσικών και κοινωνικών επιστημών, καθώς, όπως λέει και η περιγραφή της θεωρίας, υπό ένα κοινό πρίσμα μπορεί να ενώσει και να εξηγήσει τα πάντα. Δύο από τις μεγαλύτερες διαπραγματεύσεις όλων των εποχών ήταν εκείνη που οδήγησε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Πρωτόκολλο του Κιότο που της έδωσε μεγάλο μέρος της διαπραγματευτικής δύναμης που έχει σήμερα.

Συγκεκριμένα, όταν οι ΗΠΑ, ο τότε μεγαλύτερος ρυπαντής του κόσμου, αποχώρησαν από το Πρωτόκολλο του Κιότο το 2001, ορισμένοι θεωρητικοί προέβλεψαν το τέλος του διεθνούς καθεστώτος για την κλιματική αλλαγή. Περίμεναν, ότι θα συμπαρέσυραν στην αποχώρησή τους και τα άλλα συμμετέχοντα κράτη, λόγω της δυσανάλογης σχέσης κόστους/οφέλους από το κλείσιμο της συμφωνίας: αν έμεναν, θα πλήρωναν το υψηλό εσωτερικό πολιτικό κόστος και θα έδιναν το απόλυτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις ΗΠΑ· αν έφευγαν, θα κατηγορούνταν ότι παραιτούνταν των υποχρεώσεών τους απέναντι στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, που οι ίδιες προκάλεσαν. Και όμως. Η ΕΕ, ένας από τους ισχυρότερους ηγέτες διαπραγματευτές στον κόσμο σήμερα, έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περίμεναν οι μελετητές και οι ειδικοί της εποχής: όχι μόνο παρέμεινε στο Κιότο, αλλά υιοθέτησε και μονομερείς πολιτικές για απότομες μειώσεις των εκπομπών αερίων, εκπλήσσοντας πολλούς και δυσαρεστώντας ακόμη περισσότερους. Μάλιστα, με αυτή την κίνηση, αναδείχθηκε ως ο ηγέτης της διαδικασίας με υποστηρικτές τον Καναδά, την Ιαπωνία και τη Ρωσία, που επικύρωσαν την (έως και σήμερα υπό αμφισβήτηση) συνθήκη και το Πρωτόκολλο του Κιότο τέθηκε σε ισχύ το Φεβρουάριο του 2005. Με την αποχώρησή τους αυτή, οι ΗΠΑ δεν υπολόγισαν ότι η φύση δεν αγαπά τα κενά και με μια ανορθολογική κίνηση πρόσφεραν στην ΕΕ και τους άλλους θεσμικούς παράγοντες που συμμετείχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν ή να αυξήσουν την πολιτική τους δύναμη.

Το γιατί οι κινήσεις του ενός επί του άλλου είχαν τόσο μεγάλη σημασία στη δεδομένη στιγμή οφείλεται στο εξής γεγονός: Μέχρι τη δεκαετία του 1990, στις διεθνείς συζητήσεις επικρατούσε η υπόθεση ότι η πολιτική για το κλίμα είναι δαπανηρή και ότι οι χώρες έπρεπε να επιλέγουν μεταξύ οικονομικών και περιβαλλοντικών συμφερόντων (βέβαια, η υπόθεση ότι η βιώσιμη ανάπτυξη είναι δαπανηρή έχει επανέλθει και δεν είναι τόσο απλή). Οπότε, η ΕΕ έχοντας ήδη τη διαπραγματευτική δύναμη ενός διεθνούς ηγέτη, ανατρέποντας το τραπέζι του συμβατικού διαλόγου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και εισάγοντας το διαπραγματευτικό υπόδειγμα win–win στη συζήτηση για το κλίμα, αύξησε ακόμη περισσότερο τα μερίδιά της, βγαίνοντας μπροστά. Έτσι, κανείς δεν χρειαζόταν να επιλέξει. Μάλιστα, αυτή η στρατηγική θεωρήθηκε τόσο επιτυχημένη, που ακολουθήθηκε και από κράτη εκτός ΕΕ που υιοθέτησαν την πράσινη ανάπτυξη ως το υπόδειγμα, στο οποίο βασίζεται η τρέχουσα εθνική οικονομική τους ανάπτυξη.

Εξέλιξη διόλου ευκαταφρόνητη για τους διεθνείς πράσινους ηγέτες, εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι έννοιες στρατηγική και πράσινη ανάπτυξη είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η πρώτη είναι ένας τρόπος να επιτευχθεί κάτι· βασίζεται στον ανταγωνισμό, ο οποίος εννοείται ως η βελτίωση της ατομικής θέσης με ταυτόχρονη τη χειροτέρευση της θέσης του αντιπάλου· στοχεύει στη μεγιστοποίηση του ατομικού οφέλους ενώ σχεδιάζεται με καθαρά ατομικά κίνητρα και προσδοκίες για την έκβαση. Άλλωστε, στη νέα οικονομία, σημασία έχει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα και όχι το αν επιτευχθεί με δίκαιο ή άδικο τρόπο. Άρα, δηλώνει ήδη την ύπαρξη ανισοτήτων και στο διαπραγματευτικό τραπέζι και έξω από αυτό. Συνεπώς, το αποτέλεσμα μιας διακρατικής διαπραγμάτευσης για το κλίμα διαμορφώνεται από την προϋπάρχουσα οικονομική συμπεριφορά των κρατών. Η δεύτερη είναι μια διάσταση της ανάπτυξης, της σημαντικότερης αποστολής της κοινωνίας· αναφέρεται σε μια μακροχρόνια διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού της προς μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη κατεύθυνση σε κάθε δημόσια αλληλεπίδραση. Έχει ως σημείο αναφοράς τη μεγιστοποίηση του συλλογικού οφέλους και σχεδιάζεται στην υπηρεσία του συλλογικού συμφέροντος. Στον πυρήνα της βρίσκεται η δικαιοσύνη στη διανομή του αναπτυξιακού αποτελέσματος ως το κύτταρο της κοινωνικής ευημερίας. Εντούτοις, η επιστήμη παρέχει τις κατάλληλες μεθοδολογίες και τα εργαλεία για την ένωση των αντιθέτων, αλλά αυτό αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης ανάλυσης.

Εν κατακλείδι, για τους παραπάνω λόγους, οι διεθνείς περιβαλλοντικές διαπραγματεύσεις είχαν τεθεί σε αναμονή για κάποια χρόνια καθώς οι προοπτικές τους για τις τρέχουσες συζητήσεις τότε κρίνονταν ως ζοφερές. Πολλές φορές τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων, ειδικά για το κλίμα, επιβεβαίωσαν τους απαισιόδοξους παιγνιοθεωρητικούς που υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές συμφωνίες τείνουν να λειτουργούν μόνο σε επίπεδο απλού συντονισμού των διαδικασιών ενώ συγκεντρώνουν πολλές πιθανότητες αποτυχίας, όταν η υπόθεση φτάνει στην πραγματική συνεργασία των κρατών. Διότι οι χώρες έχουν ισχυρά κίνητρα, ώστε να αποκλίνουν από μια συλλογική σύμβαση, όπως μια περιβαλλοντική συνθήκη. Κατά συνέπεια, εάν κάθε κυβέρνηση πρέπει να εγκρίνει μια διεθνή πολιτική, είναι πιθανό ότι η αναδυόμενη συμφωνία αντανακλά τις προτιμήσεις εκείνου του αντίπαλου παίκτη, που διαθέτει το δικαίωμα άσκησης βέτο…