Ας μιλήσουμε για τον Ελέφαντα στο Δωμάτιο
Η Περιφερειακή Επιστήμη είναι γεμάτη από Ιστορικά Λάθη. Καλώς ή κακώς, τα περισσότερα από αυτά δεν είναι δικά της σφάλματα, καθώς η ίδια αποτελεί τη συνένωση της Οικονομικής Γεωγραφίας με τα Οικονομικά της Ανάπτυξης και τη Χωροταξία. Ο κίνδυνος σε τέτοιες περιπτώσεις συνενώσεων είναι ο εξής: όταν οι θεωρητικοί μεταφέρουν από τη μία επιστήμη στην άλλη τις δηλώσεις από τις οποίες συνάγονται τα αξιώματα και τα θεωρήματα που συνάγονται από τα αξιώματα, πρέπει να προσέχουν ώστε να μεταφέρουν τα χρήσιμα και συμβατά μέρη, αλλά να μη μεταφέρουν και τις αστοχίες· κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο, απαιτεί νηφαλιότητα, εντιμότητα και γνωστική επιδεξιότητα, αλλά δεν είναι απίθανο. Κάπως έτσι έχουν μεταφερθεί πολλές συστημικές αστοχίες και σφάλματα από μια κοινωνική επιστήμη σε μια άλλη και από το ένα πεδίο στο άλλο της ίδιας επιστήμης και πολλοί μύθοι συντηρούνται μέχρι σήμερα. Καθένα εμφανέστατο λάθος από αυτά είναι ένας Ελέφαντας στο Δωμάτιο, που πιστεύουμε ότι αν προσποιηθούμε πως δεν υπάρχει, τότε με κάποιο μαγικό τρόπο θα εξαφανιστεί.
Σφάλμα #01.
Κατά την Αρχή της Ανθρώπινης Επιλογής του David Hume (1748), οι άνθρωποι έχουν την τάση να ελκύονται από οτιδήποτε τους δημιουργεί ωφέλεια και να απωθούνται από οτιδήποτε τους προκαλεί πόνο (αρνητική ωφέλεια). Η οικονομική επιστήμη διαχωρίζει τα άτομα σε λογικά (ορθολογικά) και σε ανορθολογικά. Έτσι δεχόμαστε, ότι τα υποκείμενα δρώντα ως λήπτες των οικονομικών αποφάσεων, είναι λογικά άτομα, δηλαδή εργαλειακά ορθολογικοί άνθρωποι και γνωρίζουν ποιο είναι το καλό τους, ποιος είναι ο βέλτιστος συνδυασμός των πόρων που έχουν στη διάθεσή τους, με ποια μέσα θα τον επιτύχουν και γνωρίζουν ότι και οι άλλοι άνθρωποι είναι ορθολογικοί. Και γνωρίζουν ότι και οι άλλοι το γνωρίζουν ότι οι ίδιοι το γνωρίζουν. Το σφάλμα είναι γνωστό ως Εργαλειακός Ορθολογισμός. Σύμφωνα με αυτή τη δήλωση, η προσδοκία όλων των δημόσιων επιλογών των ατόμων είναι η μεγιστοποίηση της ατομικής και αναπόφευκτα της κοινωνικής ευημερίας και όχι η μεγιστοποίηση του ατομικού και κατά συνέπεια του κοινωνικού πόνου, για τη διερεύνηση του οποίου είναι πιθανώς αρμόδια η Επιστήμη της Ψυχολογίας. Τότε, πώς είναι δυνατόν οι εργαλειακά ορθολογικοί άνθρωποι να οδηγούνται σε συγκρούσεις; Η λογική λέει, ότι κανείς δεν θα έκανε κακό σε κανέναν, πόσο μάλλον γνωρίζοντας ότι δεν θα αποκομίσει κάποιο όφελος από αυτό, ωστόσο φαίνεται ότι κατά περιπτώσεις το ατομικό όφελος μπορεί να σημαίνει τη συλλογική ζημία μιας κοινωνικής ομάδας και αντίστροφα. Συνεπώς, είναι αποδεκτό ότι το ατομικό όφελος και το κοινωνικό – συλλογικό όφελος δεν ταυτίζονται. Και τότε ερχόμαστε στο επόμενο σφάλμα.
Σφάλμα #02.
Ενώ τα άτομα είναι εργαλειακά ορθολογικά, δηλαδή γνωρίζουν ποιο είναι το καλό τους και πώς να το επιδιώξουν και γνωρίζουν και ότι και τα άλλα άτομα είναι ορθολογικά, οι λογικοί (κατ’ επέκταση εργαλειακά ορθολογικοί) άνθρωποι γνωρίζουν ποιο είναι το καλό τους και γνωρίζουν ότι και οι άλλοι είναι εργαλειακά ορθολογικοί άνθρωποι και γνωρίζουν επίσης το δικό τους καλό (ή δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη ή σέβονται τις επιλογές των άλλων ή γνωρίζουν ότι και οι άλλοι γνωρίζουν ότι και οι ίδιοι γνωρίζουν ότι και οι ίδιοι γνωρίζουν το καλό τους κ.ο.κ.). Όμως, όταν η υπόθεση φτάνει σε επίπεδο κοινωνίας, δεν ισχύει το ίδιο. Η κοινωνία ούτε γνωρίζει ποιο είναι το καλό της ούτε πώς να το μεγιστοποιήσει και αυτό είναι μαθηματικά αδιαφιλονίκητο. Και ακόμη και αν ήξερε, θα ήταν εντελώς αδύνατο να συμφωνήσει με πολιτική συναίνεση στο ποιο είναι αυτό (δηλαδή, να καταλήξει σε έναν άριστο συνδυασμό ατομικών προτιμήσεων που αθροιστικά θα οδηγούσε στη συλλογική ευημερία)· εκτός και αν της επιβληθεί με τη δικτατορία. Αλλά η δικτατορία πάλι δεν είναι ευημερία. Τέλος! Αυτός ο μύθος ονομάζεται Θεώρημα του Αδυνάτου ή το αδύνατο των συναθροιστικών προτιμήσεων, σκοντάφτουμε διαρκώς επάνω του από το 1951 έως σήμερα καθώς αποτελεί το τρίτο θεώρημα των οικονομικών της ευημερίας. Στην ερώτηση των ερωτήσεων αναφορικά με το αν είναι χρήσιμο για την κοινωνία να ξέρει ότι είναι αδύνατο να μεγιστοποιήσει τη συλλογική ευημερία της (αντί του τι θα ήταν δυνατό να κάνει για να τη μεγιστοποιήσει), η απάντηση ήταν (προφανώς καταφατική αφού δόθηκε) το Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών στον εμπνευστή της Kenneth Arrow το 1972. Αν δεχθούμε ότι το θεώρημα είναι αληθές και δεν είναι ψευδές, οι άνθρωποι πρέπει να πάψουν να προσπαθούν για το καλό της κοινωνίας (αφού είναι αδύνατο), καμία κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα δεν έχει αξία, όλες οι φυσικές και κοινωνικές επιστήμες δεν έχουν νόημα ύπαρξης ούτε ασφαλώς το να μεταβούμε στο επόμενο σφάλμα. Για την ανάπτυξη φυσικά ούτε λόγος.
Σφάλμα #03.
Ακολούθως, για να αποφύγουμε ένα άλυτο πρόβλημα των οικονομικών της ευημερίας, δηλαδή τη σύγκριση της ευημερίας μεταξύ των ατόμων, δημιουργήσαμε ένα άλλο: ενώ το άτομο είναι ο καλύτερος κριτής της δικής του ευημερίας, είναι η βασική μονάδα της οικονομικής ανάλυσης, η ευημερία του εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το δικό του εισόδημα, το δικό του πλούτο, το δικό του διαθέσιμο χρόνο, η βελτίωση της θέσης του είναι αποδεκτή μόνο όταν δεν χειροτερεύει τη θέση κανενός άλλου ατόμου (σύγκρουση με σφάλμα #01, συνέπεια με σφάλμα #02). Γνωστό ως το Κριτήριο της Αριστοποίησης κατά Pareto (Παρετιανή Αποτελεσματικότητα). Όμως, τα άτομα συνθέτουν κοινωνίες –όχι αγγέλων, αλλά ανορθολογικών ανθρώπων– που υπακούουν σε κράτη. Τα κράτη έχουν κύρια αποστολή τους να παρεμβαίνουν στην οικονομική ζωή των κοινωνιών, ασκώντας οικονομική πολιτική, κατά την οποία επιλέγουν μεταξύ ανταγωνιστικών ενεργειών για την αριστοποίηση του υπαρκτού βέλτιστου: δηλαδή, το συνδυασμό των μέσων που μεγιστοποιούν την κοινωνική ευημερία με δεδομένους τους πόρους. Ξαφνικά, η σύγκρουση μεταξύ του ατόμου και του κράτους έγινε εκκωφαντική, αφού το πρώτο δεν χρειάζεται το δεύτερο, αλλά το δεύτερο επιμένει να φροντίζει αναγκαστικά το πρώτο. Εδώ οι πιθανές ερμηνείες είναι δύο: ή τα κράτη δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και είναι μια επινόηση στη φαντασία των ατόμων (καθώς το να θεωρήσουμε ότι τα ίδια τα άτομα δεν υπάρχουν είναι ακόμη πιο επικίνδυνο) ή τα κριτήρια του Pareto είναι λάθος.
Σφάλμα #04.
Η οικονομία, δηλαδή οι ποσότητες προσφοράς και ζήτησης καθώς και οι τιμές των αγαθών, πάντα βρίσκουν τρόπο να αυτορρυθμίζονται και να ισορροπούν μεταξύ τους σε αυτό που είναι άριστο για την κοινωνία. Το σφάλμα είναι γνωστό ως το Αόρατο Χέρι της Αγοράς που παρεμβαίνει αυτόματα και εξισορροπεί ομοιόμορφα στο χώρο αγαθά, εργασία και χρήμα και δεν χρειάζεται καμμία άλλη εξωτερική (εννοείται: κρατική) ρύθμιση (συνέπεια με σφάλμα #03 και #05). Συνεπώς, η οικονομία, το σύστημα της αγοράς και ο μηχανισμός των τιμών δεν έχουν καμμία εγγενή αδυναμία ή ατέλεια, όπως είναι για παράδειγμα η υπανάπτυξη, από την οποία προκύπτει το περιφερειακό πρόβλημα που είναι το πρόβλημα των θεμελίων της Περιφερειακής Επιστήμης. Φαίνεται, ότι αφού τα άτομα δεν μπορούν να επιδιώξουν το συλλογικό καλό (συνέπεια με σφάλμα #02), μια αόρατη δύναμη το αναλαμβάνει για λογαριασμό τους. Οπότε, η περιφερειακή πολιτική με στόχο την ανάπτυξη δεν είναι αναγκαία. Αρκεί απλώς να επινοηθεί ένα νέο αόρατο χωρικό χέρι (με όλα τα άλλα να παραμένουν ίδια). Παρά ταύτα, παραδόξως όλοι προσπαθούν για την ανάπτυξη, ασχέτως αν δεν την επιτυγχάνουν (πάλι μπροστά μας η υπανάπτυξη που δεν υπάρχει), έστω και αν αυτό έχει καταγραφεί ως μια Ιστορική Απολογία.
Σφάλμα #05.
Και οδηγούμαστε στο σφάλμα #05. Η ανάπτυξη είναι ο στόχος και η αποστολή της περιφερειακής πολιτικής (σύγκρουση με σφάλμα #04). Όμως, το κράτος που είναι αρμόδιο για την άσκηση της περιφερειακής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο δεν κατορθώνει πάντα να παρεμβαίνει αποτελεσματικά για τη διόρθωση των προβλημάτων ανισότητας όπου και όποτε ο μηχανισμός της αγοράς αδυνατεί να διανείμει αποτελεσματικά τις ευκαιρίες στα άτομα (σύγκρουση με το σφάλμα #01 και συνέπεια με το σφάλμα #03). Το λεγόμενο stress του κράτους κατ’ αντιστοιχία με την αποτυχία της αγοράς. Και ενώ το σφάλμα #04 για το αόρατο χέρι συγχωρείται, αφού ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να πιστεύει σε μια ανώτερη δύναμη που νομιμοποιείται να παρέμβει και να τον σώσει όταν ο ίδιος το έχει ανάγκη, στην περίπτωση της παρέμβασης του κράτους δεν ισχύει το ίδιο (προκατάληψη). Ο λόγος είναι μια αντιπαράθεση που υπάρχει μεταξύ των δημόσιων διαμορφωτών ή ληπτών ή φορέων αποφάσεων (decision makers) στα κριτήρια που πρέπει να προτάσσονται κατά το σχεδιασμό των αναπτυξιακών πολιτικών: η διανομή των ευκαιριών πρέπει να γίνεται αποκλειστικά με βάση το κριτήριο της ισότητας (δηλαδή για κοινωνικούς λόγους) ή με βάση το κριτήριο της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας (για οικονομικούς λόγους); Και εδώ έχουμε την προαιώνια σύγκρουση συμφερόντων, ευρισκόμενοι μπροστά σε ένα νέο πρόβλημα, αφού οι παραγωγικοί πόροι είναι πάντα δεδομένοι και σπάνιοι: οικονομική ανάπτυξη ανεξαρτήτως δίκαιης κατανομής ή κοινωνική διανομή πλούτου; Τα δύο αυτά κριτήρια δεν ήταν ποτέ σε ανταγωνιστική σχέση, όμως η συντήρηση του μύθου εξακολουθεί να ευνοείται. Ότι δηλαδή η περιφερειακή πολιτική δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα γιατί είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων και οι πολιτικές αποφάσεις προέρχονται συχνά από κίνητρο ή αποτέλεσμα επικράτησης αντικρουόμενων συμφερόντων και διεκδικήσεων που προκύπτουν από παίγνια πολιτικής κυριαρχίας, που δεν επιτρέπουν στα άτομα να λαμβάνουν τις σωστές αποφάσεις (σύγκρουση με σφάλμα #01, συνέπεια με σφάλμα #02 και #03) κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. … Πολύ βολικό. Οι συμπεριφορικοί οικονομολόγοι και ψυχολόγοι ερευνητές θέλοντας να μας απαλλάξουν οριστικά από αυτό το μύθο, κατασκεύασαν –μεταξύ άλλων– τη Θεωρία Προοπτικής, με την οποία απέδειξαν ότι τα άτομα είναι δυνατό να λαμβάνουν τις σωστές κοινωνικές και οικονομικές αποφάσεις, ακόμη και αν έχουν ατελή πληροφόρηση για ένα ζήτημα ή διακατέχονται από προκατάληψη απέναντι σε αυτό ή βρίσκονται υπό συνθήκες αβεβαιότητας. Υπήρξαν κάθετοι: καμμία δικαιολογία. Λόγω της δομής του μηχανισμού αντίληψης, ο ανθρώπινος νους είναι επιρρεπής στα συστημικά σφάλματα, αλλά αυτό δεν (μπορεί και δεν πρέπει να) αποτελεί δικαιολογία, ώστε να επικαλούνται αθέμιτα μέσα για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος. Εξηγεί όμως την ύπαρξη του Ελέφαντα στο Δωμάτιο (συγκεκριμένα και των επτά). Για τις ιδέες τους, έλαβαν συνολικά έξι Βραβεία Νόμπελ, πυροδοτώντας έτσι μια κόντρα με τους νεοφιλελεύθερους, οι οποίοι μάλλον θα πρέπει να γράψουν από την αρχή τα εγχειρίδια (πολεμικών) οικονομικών, αλλά αυτή τη φορά χωρίς να συμπεριλάβουν την αγαπημένη τους δικαιολογία. Οι συμπεριφορικοί δεν διατύπωσαν κάτι καινούριο από αυτό που είπε στην Περιορισμένη Ορθολογικότητα ο Simon το 1982 (Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών 1978) ή στη Συμπερασματολογία κατά Bayes ο Harsanyi το 1967 (Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών 1994).
Σφάλμα #06.
Η ανάπτυξη (ποιοτική αύξηση) από ένα σημείο και μετά ταυτίζεται με τη μεγέθυνση (ποσοτική συσσώρευση) και το αντίστροφο, γνωστή και ως Περιβαλλοντική Καμπύλη του Kuznets (1955) και εξισορροπεί τις ανισότητες στο χώρο ενώ από ένα σημείο και έπειτα τα επίπεδα ρύπανσης αρχίζουν να πέφτουν (συνέπεια με σφάλμα #04 και #05). Παρ’ όλο που η εξίσωση της ποιότητας με την ποσότητα στο χώρο έχει χαρακτηρισθεί ως Ιστορικό Λάθος με εξόφθαλμο το επιχείρημα της διεθνοποίησης της παραγωγής και του εμπορίου (παγκοσμιοποίηση), ακόμη και σήμερα η εγκυρότητα της καμπύλης ούτε επιβεβαιώνεται ούτε διαψεύδεται πλήρως. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η θεωρία του “αποτελείται από 5% εμπειρικά στοιχεία και 95% εικασίες, με κάποιες από αυτές να επηρεάζονται από ευσεβείς πόθους…” Ίσως, το πιο έντιμο σφάλμα.
Σφάλμα #07.
Όταν όλα τα επιχειρήματα τελειώνουν, πάντα θα υπάρχουν οι μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξη. Όταν μια διαμάχη για το πώς θα επιτύχουμε ανάπτυξη μετατρέπεται σε δημόσια σύγκρουση, η λέξη μεταρρύθμιση επιστρατεύεται ως το επιχείρημα που σκεπάζει όλα τα αντίπαλα. Οπότε, η επιχειρηματολογία για την ανάπτυξη μέσω επίκλησης της (αδιόρατης αλλά σαφώς παντοδύναμης) μεταρρύθμισης μοιάζει περισσότερο με μια μάχη κύρους μεταξύ των συνομιλητών παρά με μια αναζήτηση για τις πιθανές λύσεις. Καλύτερα από όλους το περιέγραψε ως ένα εκτός τόπου και χρόνου επιχείρημα ο Albert Hirschman το 1963, για το οποίο είπε το εξής: “Reformers… behave like the country or the chessplayer who exasperatingly fights on when ‘objectively’ he has already lost—and occasionally goes on to win!” (Δεν έλαβε κανένα Βραβείο Νόμπελ).
χμ