Δημοσίευση: Βήμα Press | 26 Μαΐου 2022
Κατά την παρατήρηση της κοινωνικής ευημερίας, αυτό που επιθυμεί μια κοινωνία για να αναπτυχθεί δεν μπορεί να προσδιοριστεί ακριβώς. Σε αυτή τη διαδικασία η θέση της ίδιας της κοινωνίας δεν προκρίνεται με σαφήνεια. Πρόκειται για κοινωνική ευημερία χωρίς κοινωνία. Για την ακρίβεια, εντός του υπάρχοντος (καπιταλιστικού) συστήματος οργάνωσης μιας δημοκρατικής οικονομίας οι κοινωνικές επιλογές πραγματοποιούνται με δύο μεθόδους: α) μέσω της πολιτικής ψήφου, όπου αποκαλύπτονται οι προτιμήσεις των ατόμων σε πολιτικά πρόσωπα και κόμματα και β) μέσω του μηχανισμού των τιμών της αγοράς, όπου αποκαλύπτονται οι χρηματικές προτιμήσεις των ατόμων σε οικονομικά αγαθά που βρίσκονται σε κυκλοφορία. Στα μικτά συστήματα οργάνωσης δίδεται μεγαλύτερη έμφαση και βαρύτητα στον (α) τρόπο παρά στον (β). Έτσι, τα άτομα αποκαλύπτουν τις προτιμήσεις τους σε αγαθά και πολιτικά κόμματα, με βάση τις οποίες οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις διαμορφώνουν την τιμολογιακή πολιτική και τα πολιτικά τους προγράμματα αντίστοιχα. Δεχόμαστε, ότι τα υποκείμενα δρώντα ως λήπτες των αποφάσεων, είναι εργαλειακά ορθολογικά και δεν κυβερνώνται από κάποιου είδους ψυχολογική ασθένεια. Και η προσδοκία όλων των δημόσιων επιλογών τους είναι η μεγιστοποίηση της ατομικής και κοινωνικής ευημερίας και όχι η μεγιστοποίηση του ατομικού και του κοινωνικού πόνου, για τη διερεύνηση του οποίου είναι πιθανώς αρμόδια η Επιστήμη της Ψυχολογίας.
Παρά τα όσα λέγονται, μια τιμολογιακή ή μια κυβερνητική πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή εκτίμηση του τί επιθυμούν οι καταναλωτές / χρήστες. Γιατί μέχρι στιγμής δεν έχει εφευρεθεί κάποιος αξιόπιστος μηχανισμός καθολικής και πλήρους αποκάλυψης των προτιμήσεων των ατόμων σε αγαθά και δημόσιες πολιτικές. Ο προσδιορισμός τους δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια προσδοκία των διαμορφωτών των δημόσιων πολιτικών (policy makers, ήτοι κυβέρνηση και κεντρική διοίκηση), ότι θα καταγράψουν τις πραγματικές ανάγκες ή/και προτιμήσεις των ομάδων/ατόμων ως αποδεκτών του περιεχομένου των πολιτικών (policy takers) μέσα από τις δημόσιες επιλογές τους στην κατανάλωση και την επένδυση, όπου, εκτός των ανωτέρω, εκφράζονται και με την ψήφο στα πολιτικά κόμματα. Με βάση αυτές τις ενδείξεις, θα προσαρμόσουν την προγραμματική τους διάταξη έτσι, ώστε να επιτύχουν μακροπρόθεσμα δημοσιονομική σταθερότητα και ευημερία. Γίνεται φανερό, ότι οι διαμορφωτές των δημόσιων πολιτικών προβαίνουν σε αυτή την προσαρμογή και έπειτα το κράτος θεσμοθετεί για θέματα ανισοτήτων, που δεν μπορούν να προσδιορίσουν.
Επομένως, προκύπτουν σοβαρότατα ερωτήματα που απασχολούν την επιστήμη και παρουσιάζονται διαρκώς μπροστά μας: ποια πολιτική και οικονομική δύναμη ή συνθήκη ή σύμβαση ωθεί τα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες να προβαίνουν στις ανάλογες δημόσιες επιλογές, τί οικονομικά και πολιτικά αποτελέσματα είναι ικανή να παράγει και με ποιο μηχανισμό τα ταξινομεί και τα κατανέμει στην οικονομία και την κοινωνία;
Στην επιστημονική βιβλιογραφία έχει τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα αποσύνδεσης του συστήματος ψηφοφορίας από την αναπτυξιακή διαδικασία, διότι η επιλογή των ατόμων αναφορικά με το τί είναι αυτό που επιθυμεί μια κοινωνία για να αναπτυχθεί είναι μια διεργασία, που δεν μπορεί να επέλθει με δημοκρατικό τρόπο. Επιπλέον, οι ψηφοφόροι δεν είναι δυνατό να βεβαιώσουν, ότι η συμμετοχή τους στο δημοκρατικό πολίτευμα θα τους διασφαλίσει και οφέλη. Τότε, πρέπει να μεσολαβήσει ένα άλλο σύστημα, ακόμη πιο ευρύ από το σύστημα ψηφοφορίας και απαρέγκλιτα αξιόπιστο, που θα το περιλαμβάνει. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει, ότι η ανάπτυξη έρχεται μέσω της Επιστήμης και όχι μέσω της πολιτικής. Την επαναστατική αυτή ιδέα ανέλαβαν να εξηγήσουν τα Οικονομικά της Πολιτικής Επιστήμης, δηλαδή η Δημόσια Επιλογή, η οποία φιλοδοξεί να καλύψει το θεωρητικό κενό της Πολιτικής Οικονομίας, που αναπτύσσεται αναπόφευκτα. Οι ρίζες της δεν βρίσκονται πολύ πίσω στο χρόνο. Οι δυτικές δημοκρατίες που προέκυψαν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όριζαν έως και το ήμισυ του συνόλου των παραγόμενων προϊόντων τους μέσω πολιτικών θεσμών και όχι μέσω των αγορών. Οι οικονομολόγοι, όμως, εξαιτίας του νεοκλασικού δόγματος που είχε εισχωρήσει στην κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική, είχαν αφιερώσει τις προσπάθειές τους σχεδόν αποκλειστικά στο να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τα πάντα μέσω της συμπεριφοράς του μηχανισμού των τιμών. Εντούτοις, οι δημοκρατικές κοινωνίες εξακολουθούσαν να αποτυγχάνουν, γιατί επικέντρωναν αλλού την προσοχή τους και όχι εκεί που όφειλαν για να οδηγηθούν στην κοινωνική ευημερία (όπως επιμένουν έως σήμερα σε πείσμα όλων).
Τότε, η Δημόσια Επιλογή συνέδεσε το μηχανισμό της αγοράς καταναλωτικών αγαθών (χρηματική ψήφος) και την εκλογική διαδικασία με πολιτικά πρόσωπα και κόμματα (πολιτική ψήφος) με τα οικονομικά τους αποτελέσματα εντός της κοινωνίας μέσω της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Το κεντρικό ερώτημα που την απασχόλησε είναι το κατά πόσο οι αρχές, τα αξιώματα και οι θεσμοί επιτρέπουν στις ατομικές προτιμήσεις να πραγματοποιηθούν, διευθύνοντας αποτελεσματικά τη μακροχρόνια διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού της κοινωνίας προς μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη κατάσταση σε κάθε δημόσια αλληλεπίδραση.
Κάποιοι θεωρητικοί του Κινήματος της Δημόσιας Επιλογής απέδειξαν μαθηματικά, ότι η κοινωνική ευημερία θα ήταν δυνατή μόνο σε περίπτωση που οι προτιμήσεις της κοινωνίας ταυτίζονταν με τις προτιμήσεις ενός ατόμου (δικτατορία) και έτσι ικανοποιούνταν οι αποφάσεις όλων των ατόμων. Αλλά η δικτατορία δεν εκφράζει τις αποφάσεις όλων των ατόμων του κοινωνικού συνόλου, άρα, ούτε και τότε οδηγεί στην κοινωνική ευημερία. Δηλαδή, είναι σε κάθε περίπτωση αδύνατη (θεώρημα αδυνάτου). Ορισμένοι άλλοι διατύπωσαν, ότι η αδυναμία της ευημερίας δεν βρίσκεται στην αντίδραση των ψηφοφόρων κατά την εκλογική διαδικασία, αλλά στη δομή του συστήματος ταξινόμησης των προτιμήσεών τους (ιεραρχία, δεδομένες επιλογές και συνδυασμοί εναλλακτικών). Γι’ αυτό και καμία κυβέρνηση εν μέσω τέτοιας αδυναμίας δεν μπορεί να υιοθετήσει ορθολογικές πολιτικές. Γιατί ό,τι και να κάνει πάντα η πλειοψηφία προτιμά κάτι άλλο (πρόβλημα κυκλικότητας των προτιμήσεων).
Άλλοι πάλι υποστήριξαν, ότι η κυρίαρχη, εξυψωμένη, ιερή και απαραβίαστη πλειοψηφία δεν οδηγεί πάντοτε σε ορθολογικές αποφάσεις, αφού περιορίζει το εύρος των επιλογών. Διότι, τα κόμματα επιλέγουν συχνά να μετακινούνται προς το μεσαίο χώρο, μεταβάλλοντας τις θέσεις τους σε εκείνες, που είναι πιο κοντά στο μέσο ψηφοφόρο, καθώς εκεί συναντούν τις περισσότερες ψήφους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όλες οι προσφερόμενες δημόσιες επιλογές τείνουν να συγκλίνουν μεταξύ τους, επιτυγχάνοντας ομοιομορφία (απαίτηση για ομοφωνία που παράγει αδιέξοδα). Κάποιοι άλλοι είπαν, ότι η αποτυχία της αγοράς οφείλεται στην αδυναμία της να ανταποκριθεί στα εξιδανικευμένα θεωρητικά πρότυπα της Πολιτικής Οικονομίας για τη συλλογική ευημερία και τις συνεπαγόμενες υψηλές απαιτήσεις των δημόσιων πολιτικών. Οπότε, στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις είναι εκείνες που αποτυγχάνουν να ρυθμίσουν τη λειτουργία των αγορών. Οι κυβερνήσεις, όμως, κάπως τοποθετήθηκαν εκεί και κάποιους εκπροσωπούν. Άρα, όλοι φέρουν ευθύνη (αδυναμία γενικευμένης συναίνεσης).
Και υπήρξαν βέβαια και εκείνοι που παρατήρησαν, πως όταν πρόκειται για την κοινωνική ευημερία, οι εκλογές δεν είναι μια ορθολογική επιλογή. Είναι γνωστό, ότι τα άτομα τόσο ως ψηφοφόροι όσο και ως υποψήφιοι δεν είναι έτοιμα να αποχωριστούν το προσωπικό τους κέρδος για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουν ότι διαθέτουν και τη δύναμη της επιρροής (majority rules). Οπότε, δεν είναι ορθολογικό να αποφασίζει κανείς για την ανάπτυξη προσερχόμενος στην κάλπη γιατί το συλλογικό κόστος των εκλογών υπερβαίνει το ατομικό όφελος. Όμως, κάποιος που είναι λογικός και καλός άνθρωπος δεν θα προβεί σε ενέργειες των οποίων το κόστος είναι μεγαλύτερο από το όφελος (το παράδοξο των εκλογών). Ωστόσο, παρά τις διαφωνίες τους, όλοι οι εκπρόσωποι του Κινήματος συμφώνησαν σε ένα πράγμα: στην αναποτελεσματικότητα και την αδικία των οικονομικών αποφάσεων της πολιτικής πλειοψηφίας· η οποία επαναλαμβάνεται.
Εν κατακλείδι, για όλους τους παραπάνω λόγους, είναι εξαιρετικά χρήσιμο τα άτομα ως λήπτες αποφάσεων να γνωρίζουν τη δύναμη, που έχουν οι δημόσιες χρηματικές ή πολιτικές επιλογές τους στο θέμα της ανάπτυξης. Είτε πρόκειται για μεμονωμένους δρώντες, απλούς και σε θέσεις ευθύνης, είτε για ομάδες ατόμων είτε για πλειοψηφίες ομάδων. Και πως όταν η υπόθεση φθάνει στην κάλπη, αυτή η δύναμη πότε συγκρατείται και πότε συντρίβεται…