
Αρκετοί πιστεύουν, ότι για να γίνει πιο αποτελεσματική η δημόσια διοίκηση θα πρέπει να λειτουργεί όπως ο ιδιωτικός τομέας, όπως λειτουργούν δηλαδή οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, εφαρμόζοντας τις πρακτικές του Business Administration. Επίσης, θα πρέπει να συρρικνωθεί και κάτω από το σύνθημα «όχι στο κράτος επιχειρηματία», να περιοριστεί σε ένα ρόλο συντονιστικό / επιτελικό και να αφήσει την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα. Με την ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων πιστεύουν, πως αυτές όχι μόνο θα γίνουν πιο αποτελεσματικές και ο πολίτης θα έχει καλύτερη εξυπηρέτηση, αλλά ταυτόχρονα θα μειωθούν οι τιμές. Άλλοι πιστεύουν, ότι η αποστολή της δημόσιας διοίκησης είναι διαφορετική από αυτή των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει διαφορετική δομή, διαφορετικούς στόχους, διαφορετικές αρχές και διαφορετικούς νόμους. Πιστεύουν, επίσης, ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν θα πετύχουν τους πιο πάνω στόχους, ότι οι τιμές μετά από ένα πρώτο διάστημα που θα μειωθούν για επικοινωνιακούς λόγους, μετά θα αυξηθούν, όπως έγινε και σε πολλές άλλες χώρες. Η σχολή αυτή σκέψης πιστεύει ότι μπορούν να γίνουν βελτιώσεις, ίσως και τομές του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς να ξεπουληθεί ο δημόσιος πλούτος. Ακόμη, ότι το κράτος μπορεί να συνεργάζεται με τον ιδιωτικό τομέα σε αρκετές περιπτώσεις προς αμοιβαίο όφελος. Παρακάτω αναπτύσσονται τα επιχειρήματα υπέρ και κατά κάθε άποψης και διατυπώνεται μια εμπειρία από την Ελλάδα.
«Ποίον έθνος χωρίς διοίκησιν και νόμους ευδοκίμησεν και δεν εχάθη;»
(Μακρυγιάννης)
Εισαγωγή
Στο κέντρο της ακαδημαϊκής συζήτησης για τη Διοικητική Επιστήμη τοποθετείται ο διαλεκτικός ανταγωνισμός των δύο Σχολών Σκέψης γύρω από τη Δημόσια Διοίκηση: της προνοιακής με την απορρυθμιστική. Η Δημόσια Διοίκηση πασχίζει να διατηρήσει την αξιωματική φυσιογνωμία της ενώ παράλληλα να καταδείξει, ότι το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ είναι το προϊόν της μη περαιτέρω εξέλιξης του κλάδου, που έχει σαν αποτέλεσμα να δανείζεται χαρακτηριστικά συγγενών κλάδων, ακόμη κι όταν αυτά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη φύση της, όπως συμβαίνει σε κάθε στάσιμη εποχή κάθε Επιστήμης. Το ερώτημα είναι ένα: Ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Οργανισμών ή Δημόσιοι Οργανισμοί Κοινής Ωφέλειας; Η μέχρι τώρα εμπειρία από κτήσεως ιδιωτικοποιήσεων έχει εμφανίσει, ότι οι πρώτοι υστερούν των δεύτερων, πρωτίστως σε αποδοχή και ακολούθως σε αποτελεσματικότητα.
1. Η Δημόσια Διοίκηση
Ορισμός: Η Δημόσια Διοίκηση αποτελεί τον έναν εκ των δύο κλάδων της Διοικητικής Επιστήμης και ορίζεται ως η διαχείριση, φροντίδα και εποπτεία των κρατικών υποθέσεων με στόχο την ευημερία μιας χώρας.
Αποτελεί τον εκτελεστικό βραχίονα της νομοθετούσας Κυβέρνησης και τον κοινό σύνδεσμο μεταξύ των τριών λειτουργιών του κράτους και όλων με τον πολίτη.
Αναλυτικά, ως Δημόσια Διοίκηση ορίζεται το σύνολο των διοικητικών μηχανισμών ή οργανισμών του Κράτους, που αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους στο κεντρικό, το περιφερειακό και το τοπικό επίπεδο, και είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή των νόμων και των προγραμμάτων της δημόσιας διοίκησης, όπως αυτά καθορίζονται και οριστικοποιούνται σε τελικό στάδιο από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Έχουν, επίσης, ως έργο τους την κριτική ανάλυση των επιπτώσεων αυτών των ρυθμίσεων και ενεργειών της Διοίκησης στην κοινωνική ζωή, καθώς και τον σχεδιασμό μέτρων για τη μεταβολή και αναπροσαρμογή του δικαίου και της δημόσιας πολιτικής απέναντι στα δημόσια προβλήματα και τις ανάγκες. Παρ’ όλα αυτά, η αποδοχή της ως αυτόνομη Επιστήμη δεν έχει πραγματοποιηθεί πλήρως έως σήμερα.
Αντικείμενο/ Σκοπός/ Αποστολή: Στη Δημόσια Διοίκηση το αντικείμενο δράσης συμπίπτει με το σκοπό και την αποστολή της, δηλαδή την κοινή ωφέλεια. Το κύτταρο της Δημόσιας Διοίκησης είναι ο Δημόσιος Φορέας. Η Δημόσια Διοίκηση πραγματώνεται μέσα από τη δημόσια πολιτική που ασκείται από το δημόσιο φορέα και η οποία στόχο έχει με την εφαρμογή της να ικανοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες των πολιτών με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αξιοποίηση των ανθρώπινων, οικονομικών και τεχνογνωσιακών πόρων και με ταυτόχρονη εξοικονόμησή τους.
Οι δημόσιες πολιτικές έχουν ανταποδοτικό, ρυθμιστικό, αναδιανεμητικό χαρακτήρα ή δεν έχουν σκοπό το κέρδος. Ειδικότερα, οι στοχευμένες παράμετροι, που ορίζουν την αποστολή ενός δημόσιου φορέα είναι οι ευρύτερες αξίες, που διέπουν τη δράση του, η οριοθέτηση του πεδίου παρέμβασής του, το κοινό στο οποίο απευθύνεται, το είδος των αποτελεσμάτων για τα οποία καθίσταται υπεύθυνος, οι βασικές μέθοδοι δράσεις του, τα γενικά κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογείται η δράση του, οι απαιτούμενες συνεργασίες για την ευόδωση του ρόλου του.
2. Η Ιδιωτική Διοίκηση
Ορισμός: Η Ιδιωτική Διοίκηση αποτελεί τον δεύτερο εκ των δύο κλάδων της Διοικητικής Επιστήμης και ορίζεται ως η διοίκηση και φροντίδα των ιδιωτικών υποθέσεων (ιδιωτικών επιχειρήσεων και οργανισμών).
Αντικείμενο/ Σκοπός/ Αποστολή: Στην Ιδιωτική Διοίκηση η αποστολή είναι η βέλτιστη αξιοποίηση των ανθρώπινων, οικονομικών και διοικητικών εργαλειακών πόρων, αρμονικά μεταξύ τους, αλλά και με το περιβάλλον της αγοράς, για τη μέγιστη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της Επιχείρησης, όπου αποτελεί το κύτταρο της Ιδιωτικής Διοίκησης. Οι πολιτικές της ιδιωτικής επιχείρησης αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση του κέρδους από τις εμπορικές δραστηριότητές της.
3. Ο ρόλος των Δημόσιων Οργανισμών από και προς το δημόσιο και ιδιωτικό συμφέρον
Στην Επιστήμη της Δημόσιας Διοίκησης συναντώνται δύο Σχολές Σκέψης, οι οποίες (δια)πραγματεύονται το ρόλο της από και προς το δημόσιο και ιδιωτικό συμφέρον: η Σχολή Σκέψης του κεϋνσιανού προνοιακού κράτους και η Σχολή Σκέψης των υποστηρικτών του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ (εφεξής ΝΔΜ), απορρυθμιστή του προνοιακού κράτους. Η πρώτη αναφέρεται σε Δημόσιους Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας με ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, η δεύτερη αναφέρεται στην ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Οργανισμών με προσανατολισμό στα κέρδη από τη μονοπωλιακή διάθεση των δημόσιων αγαθών.
Στο κεϋνσιανό προνοιακό κράτος συναντάται το κράτος – ομπρέλα για τον πολίτη, με αποστολή του την πλήρη απασχόληση, την οικονομική ανάπτυξη, την οικονομική σταθερότητα, την αναδιανεμητική πολιτική, δηλαδή την κοινωνική σταθεροποίηση και την ευημερία των πολιτών του, όπου οδηγούν στη νομιμοποίηση.
Το σύστημα αυτό δείχνει εμπιστοσύνη στο θεωρητικό σχεδιασμό και τον επαρκή μηχανισμό της «αοράτου χειρός» της Δημόσιας Διοίκησης από τους υποστηρικτές του, ενώ ο δανεισμός στοιχείων από φιλελεύθερες διοικητικές θεωρίες θα αλλοιώσει τη θεμελίωσή της. Έχει διατυπωθεί, ότι το κράτος πρόνοιας αποτελεί επέκταση – εμβάθυνση και ριζοσπαστικοποίηση του κλασικού προστατευτικού κράτους. Προς αυτή την κατεύθυνση σχεδιάζονται και παρέχονται οι πολιτικές των Δημόσιων Οργανισμών για τα αγαθά και υπηρεσίες που παρέχουν.
Στο απορρυθμιστικό κράτος του ΝΔΜ συναντάται η λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια υπό το μοντέλο διοίκησης μέσω στόχων, προσανατολισμένο στην απόδοση (πόρων) και στα αποτελέσματα (διαδικασιών), χάριν των οποίων, όταν η πολιτική το απαιτεί, θα μπορεί να προσπερνά τον προνοιακό χαρακτήρα της, λόγω της αποτυχίας του κεϋνσιανού κράτους να διανείμει δικαιοσύνη και να εκσυγχρονίσει τη Δημόσια Διοίκηση μέχρι σήμερα. Τις βάσεις της δημιουργίας του έθεσε επί θητείας της η Κυβέρνηση Θάτσερ.
Ειδικεύεται στο επαγγελματικό μάνατζμεντ του δημοσίου τομέα, τα ακριβή πρότυπα και μέτρηση της απόδοσης, τη μεγαλύτερη έμφαση στον έλεγχο των εκροών, στην αποκέντρωση του δημόσιου τομέα, την ύπαρξη ανταγωνισμού, την έμφαση σε πρακτικές διοίκησης του ιδιωτικού τομέα και τη συγκράτηση όσων αφορά στη χρήση πόρων.
Το σύστημα αυτό, θεωρεί, ότι η Δημόσια Διοίκηση δεν είναι ούτε αποδοτική ούτε αποτελεσματική, αφού θέτει θέμα ορθής διοίκησης και όχι απλώς διοίκησης, γι’ αυτό και προσανατολίζεται στην ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Οργανισμών, με σχεδιασμό και διάθεση των αγαθών και υπηρεσιών με ιδιωτικά κριτήρια.
Μια άλλη προσέγγιση του αντικειμένου, η οποία πιθανώς ενώνει ή τοποθετεί στο μέσο των ως άνω δύο την άριστη, επιθυμητή εφαρμογή ενός συστήματος διοίκησης, είναι σύμφωνα με τον ορισμό περί ανάλυσης της Δημόσιας Οικονομικής, κατά τον οποίο, η εκτελεστική δραστηριότητα του Κράτους διαχωρίζεται σε δύο κατηγορίες, στη Δεοντολογική Οικονομική, όπου εξετάζεται τι πρέπει να γίνεται και στη Θετική Οικονομική, όπου εξετάζεται το τι πραγματικά γίνεται. Αν η θεωρία έρχεται σε σύγκρουση με την πράξη, τότε μία εκ των δύο απαιτεί αναθεώρηση / αναπροσαρμογή.
Η μέθοδος αυτή συναντάται ως μια μέθοδος άντλησης συμπερασμάτων για την ορθότητα της δομής και της λειτουργίας των τριών θεσμών μέσω της συγκριτικής επισκόπησης και του διαλεκτικού ανταγωνισμού μεταξύ τους, της θεωρίας και της πρακτικής, ενώ η Ιστορία έχει επιδείξει, ότι οι ηγέτες και οι κυβερνήσεις τους (η κεφαλή της Εκτελεστικής Εξουσίας) που προτιμούν ή τη θεωρητική ή την πραγματιστική δημόσια πολιτική κατά την άσκηση της Δημόσιας Διοίκησης (τα μάτια και τα χέρια της Εκτελεστικής Εξουσίας), αποτυγχάνουν, παρά όταν προτιμούν έναν συνδυασμό των δύο τοποθετημένο στο μέσο. Έτσι, οι Δημόσιοι Οργανισμοί, όταν δεν αποδίδουν θεωρητικά υπό το μοντέλο της δίκαιης διανομής των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, μπορούν να χρησιμοποιούν στην πράξη στοιχεία από την ιδιωτική διοίκηση.
Συνοπτικά, τα θετικά και αρνητικά των δύο σχολών σκέψης στη δημόσια ή ιδιωτική διοίκηση των Δημόσιων Οργανισμών, τίθενται ως ακόλουθα :
Κρατικοί Δημόσιοι Οργανισμοί
Θετικά
- Είναι ανθρωποκεντρικά σχεδιασμένο σύστημα.
- Προάγει το Κράτος Πρόνοιας.
- Σχεδιάζει και παρέχει Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας.
- Προσανατολίζεται στην οικοδόμηση κοινωνικής εμπιστοσύνης Κράτους – Πολίτη.
- Χρηματοδοτεί τις δαπάνες από έσοδα προερχόμενα από τη φορολογία των πολιτών, δημιουργεί και αναπτύσσει ανταποδοτικό συναίσθημα και υπευθυνότητα μεταξύ παρόχου – χρήστη.
- Η διάχυση του οφέλους από τη φορολογία μεταφέρεται και στους ασθενείς οικονομικά πολίτες, που αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους, όμως απολαμβάνουν τα δημόσια αγαθά, υπηρεσίες (υγεία, παιδεία κλπ) από τους φόρους που καταβάλλουν οι οικονομικά δυνατότεροι πολίτες.
- Ενέχει παρεμβατικό χαρακτήρα όπου αυτό χρειάζεται υπέρ της προστασίας του (αδύνατου) πολίτη.
Αρνητικά
- Βασίζεται στο νομικισμό και την τυπολατρία.
- Διέπεται από χαμηλό βαθμό διοικητικής αυτοτέλειας και αυξημένη εξάρτηση από τις αποφάσεις της Κεντρικής Κυβέρνησης.
- Χαρακτηρίζεται από σημαντική εξάρτηση της εφαρμογής των δημόσιων υποθέσεων από την προσωποκεντρική κυβέρνηση, κίνδυνος πελατειακού συστήματος.
- Ενέχει ανεπτυγμένο βαθμό παρεμβατισμού και μικρή ικανότητα ελέγχου, μια δυσανάλογη σχέση.
- Δεν μπορεί να ελέγξει την πραγματική αδυναμία πληρωμής των φόρων από τη φοροδιαφυγή χωρίς αδυναμία πληρωμής, το βάρος πέφτει στους υπόλοιπους φορολογούμενους.
- Διαθέτει περιορισμένη ικανότητα ελέγχου των εξωτερικοτήτων της οικονομίας.
- Ο σχεδιασμός των δημόσιων πολιτικών γίνεται από τα άνω (Κυβέρνηση) προς τα κάτω (Πολίτες), μη επαφή των σχεδιαστών δημόσιων πολιτικών με την (ενίοτε τοπική) υφιστάμενη κατάσταση.
- Χαρακτηρίζεται από σχεδιαστική εσωστρέφεια δημόσιων πολιτικών, ο αποδέκτης (πολίτης, κοινωνία) δεν συμμετέχει στο σχεδιασμό, ο παρεμβατισμός συχνά είναι μονομερής και στείρος.
- Διαμορφώνει και ασκεί τις δημόσιες πολιτικές με αναγκαστικό χαρακτήρα.
- Χαρακτηρίζεται από το σύνδρομο της «γραφειοκρατίας της πρώτης γραμμής», σύμφωνα με το οποίο αντιμετωπίζει τους πολίτες ως ίσους (από τη μη επαφή σχεδιαστών γενικών δημόσιων πολιτών με την κατά τόπους υφιστάμενη κατάσταση) και δεν διακρίνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε πολίτη, ώστε να αποδώσει και την ανάλογη προτεραιότητα και λύση στα προβλήματα.
- Επικεντρώνεται στη διαδικαστική πορεία της διοίκησης και όχι την ποιοτική έκβαση, πώς θα γίνει αντί του τί θα γίνει.
- Η δημιουργία και ανάπτυξη ανταποδοτικού συναισθήματος και υπευθυνότητας από χρηματοδότηση δαπανών με φορολογία των πολιτών, δεν συμβαίνει πάντα, η Ελλάδα είναι ένα κράτος με χαμηλό δείκτη κοινωνικής εμπιστοσύνης.
- Δεν μπορεί να αντιστοιχίσει το χρόνο στην παραγωγή δημόσιων πολιτικών με το χρόνο παραγωγής ιδιωτικών πολιτικών.
Ιδιωτικοποίηση Δημόσιων Οργανισμών
Θετικά
- Κάνει χρήση καινοτόμων εργαλείων διοίκησης: βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες, διοίκηση αποτελεσμάτων, διοίκηση ολικής ποιότητας, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, μέτρηση της συγκριτικής απόδοσης, κατάρτιση προϋπολογισμού βάσει δεικτών απόδοσης, μισθοδοσία των υπαλλήλων βάσει δεικτών απόδοσης, κανονιστική μεταρρύθμιση, αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας, λήψη αποφάσεων με διαφάνεια, διοίκηση των ανθρώπινων πόρων με βάση τη γνώση.
- Εφαρμόζει τα καινοτόμα εργαλεία και τα προϊόντα τους και υπό μορφή ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, μειώνει το μετακυλιόμενο μέσω της φορολογίας προς τον πολίτη κόστος και εξοικονομεί εργατοώρες από αναμονή στους Δημόσιους Οργανισμούς.
- Βασίζεται στο σχεδιασμό θέσεων εργασίας με στοχοθεσία, προσδιορισμό ανάλογων προσόντων και ικανοτήτων για στελέχη.
- Υποστηρίζει την προτυποποίηση των δημόσιων υπηρεσιών μέσω οργανισμών, όπως ο ISO (ISO διακυβέρνηση).
- Προάγει τις καλές πρακτικές, όπου επιδρούν θετικά στο Δημόσιο Οργανισμό και τον Πολίτη, μια καλή πρακτική είναι μια πρακτική με συγκεκριμένες προδιαγραφές.
- Διενεργεί τον προγραμματισμό από τα κάτω (στελέχη Δημοσίων Οργανισμών) προς τα άνω (συμμετοχή Κυβέρνησης, υπερεθνικών οργάνων) – χρησιμοποιεί στην πράξη την Αρχή της Επικουρικότητας.
- Χαρακτηρίζεται από σχεδιαστική εξωστρέφεια δημόσιων πολιτικών, ο αποδέκτης (πολίτης, κοινωνία) συμμετέχει στο σχεδιασμό μαζί με τα στελέχη του Δημόσιου Οργανισμού, π.χ. με τη χρήση ερωτηματολογίων κατά την εφαρμογή δεικτών μέτρησης ποιότητας, όπως στο Κοινό Πλαίσιο Αξιολόγησης, το Balanced Scorecard κ.ά.
Αρνητικά
- Αποτελεί πελατοκεντρικό σύστημα.
- Οξύνει το εύρος των πελατειακών σχέσεων.
- Υποπίπτει στην ασυνέχεια στην άσκηση των πολιτικών.
- Δεν αποτελεί αυτοτελές σύστημα, η πολιτική εξουσία επιβάλλει την προσαρμογή του στις επιταγές της Δημόσιας Διοίκησης.
- Συντηρεί το απρόσωπο των συναλλαγών μεταξύ παρόχου – χρήστη, αφού οι αποφάσεις καθορίζονται από τους διοικούντες και όχι από τους νόμους, το πελατειακό κράτος αμβλύνεται, η Δημόσια Διοίκηση ασκείται βάσει του πόσοι πρέπει να ικανοποιηθούν και όχι του πώς πρέπει να ικανοποιηθούν βάσει της καθολικότητας της ωφέλειας.
- Δεν τηρεί τους απαραίτητους διαχωρισμούς στις έννοιες, συσσώρευση και νομιμοποίηση συγκρούονται.
- Διακατέχεται από σημαντική εξάρτηση της εφαρμογής των δημοσίων υποθέσεων από τη σχέση κόστους/κέρδους, μανατζεριαλιστικός κίνδυνος υποβάθμισης προνοιακού παράγοντα.
- Δεν μπορεί να αντλήσει τις πληροφορίες για τις προτιμήσεις των φορολογουμένων – καταναλωτών, τα δημόσια αγαθά και οι υπηρεσίες δεν αντανακλούν την πραγματική ζήτηση των πολιτών και, συνεπώς, δεν μπορεί να λειτουργήσει ο νόμος ζήτησης – προσφοράς με προσανατολισμό το κέρδος της δημόσιας επιχείρησης.
- Καθιστά μη εφαρμόσιμο το κόστος/ κέρδος, εφόσον δεν λειτουργεί ικανοποιητικά ο μηχανισμός των τιμών στις Δημόσιες Επιχειρήσεις, αφού η τιμολογιακή πολιτική της καθορίζεται από το κράτος.
- Δεν προβαίνει σε δαπάνες συντήρησης των εγκαταστάσεων προς αποφυγή εξόδων, με αποτέλεσμα να μειώνει την ποιότητα των παρεχόμενων αγαθών / υπηρεσιών για την οποία, όμως, προέβη σε ιδιωτικοποίηση και εισπράττει αντίτιμο.
- Επικροτεί τα χαρακτηριστικά στελέχους ιδιωτικής επιχείρησης όπως, τυπικά προσόντα, αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα κ.λπ., όπου σε συνδυασμό με τη μονιμότητα του δημοσίου υπαλλήλου, ενδέχεται να δημιουργεί φόβο μεταξύ των εργαζομένων, αθέμιτο και ανταγωνιστικό περιβάλλον, αποπροσανατολισμό από την επιδίωξη ωφέλειας για τον πολίτη, χωρίς όμως το φόβο και της εξόδου από την υπηρεσία και άρα τη διαιώνιση του προβλήματος.
- Εμπνέει φόβο απέναντι στους εργαζόμενους, ειδικότερα με την εξειδικευμένη ορολογία του και τα εργαλεία μέτρησης της απόδοσής τους, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου οι προσλήψεις των δημοσίων υπαλλήλων δεν αντικατοπτρίζουν γνώσεις μάνατζμεντ και αξιοκρατία.
- Με την ψηφιοποίηση της διακυβέρνησης εξοικονομεί εργατοώρες από τους εργαζόμενους υπαλλήλους και πολίτες, όμως έμμεσα τους αναγκάζει να εργάζονται περισσότερο, σε άλλους τομείς, φιλελευθεροποιεί την ποιότητα του εργασιακού ωραρίου, όπως στα καπιταλιστικά συστήματα.
Από τα παραπάνω προκύπτουν ακόλουθα τα θετικά και αρνητικά των ιδιωτικοποιήσεων και όπως αυτά καταγράφονται στη διαδικτυακή αρθρογραφία:
Θετικά Ιδιωτικοποιήσεων
- Βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας πόρων και της αποτελεσματικότητας διαδικασιών στην παροχή αγαθών / υπηρεσιών.
- Επιχειρηματικότητα και όχι πολιτικοποίηση των προσλήψεων.
- Στρατηγικός προγραμματισμός με μακροπρόθεσμη διάρκεια, ανάλογα με τον απαιτούμενο χρόνο της επένδυσης και όχι της εκλογικής περιόδου.
- Αποτελεσματική συμμετοχή στις δράσεις της κεφαλαιαγοράς, λόγω απουσίας των περιορισμών που ισχύουν για τους Δημόσιους Οργανισμούς.
- Τόνωση του ανταγωνισμού.
- Επίτευξη εσόδων και συνεπώς κέρδους.
- Ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και περιορισμένη παρέμβαση του κράτους σε αυτή.
- Καθιέρωση κινήτρων για αποτελεσματική διοίκηση των στόχων.
- Εισαγωγή της τεχνολογίας στη διοίκηση.
- Αύξηση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης, τόνωση των έξωθεν επενδύσεων.
- Διαφάνεια στη διοίκηση (οικονομικά στοιχεία, στοιχεία ανθρώπινου δυναμικού).
Αρνητικά Ιδιωτικοποιήσεων
- Μείωση του Κράτους και τελικά οπισθοδρόμηση της δημόσιας διοίκησης.
- Επικράτηση εισοδηματικών, κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των πολιτών λόγω της οπισθοδρόμησης από τη μείωση του κράτους πρόνοιας.
- Σύγκρουση συμφερόντων, το κέρδος συγκρούεται με την έννοια της πρόνοιας.
- Ενδεχόμενο πτώχευσης από λάθος χειρισμούς της διοίκησης, ανεργία κ.ά. ως συνέπειες.
- Πρόκληση πληθωρισμού από άνοδο των τιμών με συνέπειες στην οικονομία των νοικοκυριών.
- Απουσία του κρατικού ελέγχου σε περιπτώσεις καρτέλ, αφού ο κρατικός παρεμβατισμός μειώνεται.
- Πρόκληση εξωτερικοτήτων, όπου η ύπαρξη του κράτους θα διόρθωνε (στρεβλώσεις), τίθεται το ιδιωτικό κόστος έναντι και πάνω από το κοινωνικό κόστος.
- Μη επιβίωση των επιχειρήσεων που αδυνατούν σε μια οικονομία ανταγωνισμού.
- Μη δυνατότητα χρήσης / κατανάλωσης (αποκλεισμός) κατηγορίας αγαθών / υπηρεσιών από κοινωνικές ομάδες πολιτών.
4. Παραδείγματα Ιδιωτικοποιήσεων στο Εξωτερικό
Η έννοια των ιδιωτικοποιήσεων των Δημόσιων Οργανισμών έχει σαν κράτος αναφοράς τη Μεγάλη Βρετανία στην παροχή ενέργειας και την κατασκευή σιδηροδρόμων, που, όμως, δεν απέβη με πλήρη θετικότητα, αντίθετα, είχε σαν συνέπειες τη συστηματική εκμετάλλευση του καταναλωτή καθώς και την αύξηση της βραχυπροθεσμικότητας (short-termism), η οποία αποθάρρυνε μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε σημαντικά έργα υποδομής. Η υποτονικότητα των επενδύσεων επηρέασε αρνητικά τόσο την παραγωγικότητα όσο και το ρυθμό ανάπτυξης της χώρας. Στην περίπτωση των συγκοινωνιών, η απροθυμία των ιδιωτών επενδυτών να επενδύσουν σε πιο ασφαλείς υποδομές, οδήγησε ακόμη και σε τραγικά σιδηροδρομικά δυστυχήματα.
Στον αντίποδα τοποθετείται η Γαλλία, η οποία επενδύοντας στις ίδιες οικονομίες, στην παροχή ενέργειας και την κατασκευή σιδηροδρόμων, διαχειρίζεται με επιτυχία το κράτος – επιχειρηματία και με υψηλή παραγωγικότητα. Κι αυτό, διότι, στη Γαλλία ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα στις συγκοινωνίες. Οι σιδηρόδρομοι παραμένουν κρατικοί και πολύ καλύτεροι από αυτούς της Βρετανίας όσον αφορά τιμές, άνεση, ταχύτητα και ασφάλεια. Και αυτό κυρίως γιατί το γαλλικό κράτος σε αντίθεση με τον βρετανικό ιδιωτικό τομέα επένδυσε μεγάλα κονδύλια σε έργα υποδομής. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι το γαλλικό κράτος έχει υπάρξει ο μεγαλύτερος μέτοχος της –κάποτε μεγαλύτερης (2011)– αεροπορικής εταιρίας στον κόσμο Air France – KLM με ποσοστό ιδιοκτησίας 18.6%.
Επίσης, αναφέρεται, ότι για να επιτύχουν οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών Οργανισμών, πρέπει να συνοδεύονται από αύξηση του ανταγωνισμού και καλή ρύθμιση ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας απέτυχαν να αυξήσουν την απόδοση των εταιρειών αυτών.
Ειδικότερα, ένας τομέας που έχει γνωρίσει την έννοια της ιδιωτικοποίησης στο εξωτερικό είναι η παροχή του νερού. Να σημειωθεί ότι το νερό χαρακτηρίζεται ως ισοδύναμο του πετρελαίου σε γεωπολιτική αξία ή αποτελεί το πετρέλαιο του 21ου αιώνα.
Ένα πρόβλημα γύρω από το δημόσιο αυτό αγαθό είναι η αναγωγή του σε αγαθό ανάγκης ή αγαθό – κοινωνικό δικαίωμα, ως αίτιο σύγκρουσης ανάμεσα στους πολίτες και στους φορείς με παγκόσμια δράση γύρω από αυτό. Τονίζεται η σημασία των χαρακτηρισμών, διότι η επικράτηση του ενός ή του άλλου θα αποδώσει και στο ίδιο το χαρακτήρα δημόσιου ή ημιδημόσιου ή ιδιωτικού κ.ο.κ.
Αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου αγαθού νερού ξεκίνησε και καθιερώθηκε στη Γαλλία, οι γαλλικές εταιρίες Suez και Veolia έχουν κυριαρχήσει στην παγκόσμια αγορά νερού με άλλες δέκα περίπου μεγάλες επιχειρήσεις νερού, χαρίζοντας σε ολόκληρο τον κλάδο την προσωνυμία οι Βαρόνοι του Νερού, παρέχοντας υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης σε περισσότερους από 200 εκατομμύρια πελάτες σε 150 χώρες. Η δε Suez έχει συμπεριληφθεί μεταξύ των κορυφαίων 100 εταιριών στον κόσμο με κύκλο εργασιών το 2008 12,4 δις ευρώ. Μια άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα, ταχύτατα αναπτυσσομένη και εξαιρετικά ρυπογόνα που συχνά διαφεύγει της προσοχής μας είναι αυτή του εμφιαλωμένου νερού με τις Nestle, Coca-Cola, Pepsi κ.ά.
Αναλυτικά, κατά τη δωδεκαετία 1990–2002, σημειώθηκε ιδιαίτερη άνοδος στο φαινόμενο αυτό, αφού δραστηριοποιούνταν σε παγκόσμιο επίπεδο συνολικά 56 χώρες στην ιδιωτικοποίηση του νερού, παρέχοντάς το μέσω ιδιωτικών δικτύων ύδρευσης. Ώθηση προσέδωσαν η Διεθνής Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδιαίτερα στις φτωχές χώρες με κανόνες απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου φυσικών πόρων, παρόλο που τα μέλη της Ευρωβουλής διενεργούσαν κινήσεις υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα του αγαθού.
Επιπλέον, οι υπέρμαχοι παρουσιάζουν την εμπορευματοποίηση του νερού σαν μοναδική απάντηση στην αυξανόμενη έλλειψή του και την ανάγκη προστασίας των οικοσυστημάτων. Ισχυρίζονται, ότι η ιδιωτικοποίηση προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια εκεί όπου το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα ανάληψης των δαπανών και έχει σαν αποτέλεσμα την οικονομική αποτελεσματικότητα και τη βελτίωση της λειτουργίας των υπηρεσιών νερού. Προς τούτο, επικαλούνται τα παραδείγματα σωστής λειτουργίας των ιδιωτικοποιημένων συστημάτων στις ανεπτυγμένες χώρες σε αντίθεση με τις αναποτελεσματικές, γραφειοκρατικές και διεφθαρμένες δημόσιες υπηρεσίες. Αποτελεσματικότητα και οικονομία, που όπως ισχυρίζονται, καταλήγουν σε όφελος των καταναλωτών.
Παρ’ όλα αυτά, οι πολίτες δεν συμμερίζονται τις απόψεις των υποστηρικτών των ιδιωτικοποιήσεων, αφού με τη διαχρονική πίεση κατάφεραν να διατηρήσουν το αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στην αποτελεσματικότητα των δεύτερων, με κορυφαίο παράδειγμα το Παρίσι, του οποίου οι πολιτικές προσανατολίστηκαν προς το δημόσιο χαρακτήρα του αγαθού (ομοίως και στην Ολλανδία).
Η παραπάνω επιστροφή συνίσταται στο γεγονός, ότι έγινε αισθητή η απουσία παρεμβατισμού του κράτους μέσω της όχι και τόσο δίκαιης προς τους πολίτες πολιτικής παροχής του νερού. Αυτή, όμως, η ρυθμιστική ιδιότητα του κράτους πρέπει να ενισχυθεί και να τοποθετηθεί σε ορθή βάση απέναντι στο μονοπώλιο των ιδιωτών παρόχων, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά.
Διότι οι ιδιώτες χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα την απόδοση των κερδών από την ιδιωτικοποίηση προς εξυπηρέτηση των δημόσιων χρεών, ακόμη και σε περιπτώσεις που οι δημόσιοι οργανισμοί είναι κερδοφόροι. Οι δε κυβερνήσεις που επιθυμούν την ιδιωτικοποίηση προσανατολίζονται στην άνοδο των τιμών του νερού, ώστε να προετοιμάσουν τους πολίτες προς αυτή την κατεύθυνση και να αιτιολογήσουν την ύπαρξη χρέους (ή μη ύπαρξη κέρδους).
Παρ’ όλα αυτά, η αποτελεσματικότητα των τιμών πολλές φορές δεν συνάδει με την προσβασιμότητα των κοινωνικών ομάδων των πολιτών στη χρήση του νερού, και ειδικά στο γαλλικό παράδειγμα, κατά το έτος 1999 έρευνες έδειξαν ότι οι ιδιωτικές εταιρείες πωλούσαν το πόσιμο νερό ακριβότερα από τις δημόσιες κατά 14%. Περιθωριοποίηση καταναλωτών – χρηστών από τα υψηλά τιμολόγια και αποφυγή δαπανηρών εγγειοβελτιωτικών έργων των ιδιωτών παρόχων με ύφεση της ποιότητας του νερού είναι δύο αρνητικά αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης.
Άλλη περίπτωση ιδιωτικοποίησης του νερού στο εξωτερικό είναι και περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας το έτος 1988. Η Κυβέρνηση Θάτσερ ιδιωτικοποίησε δέκα (10) οργανισμούς ύδρευσης, με ίδια αποτελέσματα: αύξηση του κόστους των τιμολογίων, αποκλεισμός κοινωνικών ομάδων πολιτών, μη συντήρηση του υδρευτικού δικτύου λόγω κόστους και κερδοφορία ιδιώτη παρόχου.
Επίσης, ιδιωτικοποίηση του αγαθού αυτού επιχειρήθηκε και στη Βολιβία το έτος 1998, με αυξήσεις τιμολογίων, κοινωνικές εξεγέρσεις και τελικά επανακρατικοποίηση του νερού με σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις από την αποτυχημένη προσπάθεια που ήταν και τα αποτελέσματα του εγχειρήματος.
Ακόμη, η ιδιωτικοποίηση της ύδρευσης δημιουργεί πανδημία χολέρας στη Νότια Αφρική, λόγω της αδυναμίας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού της να έχει πρόσβαση στο πόσιμο και για άρδευση νερό.
Οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάζουν ομοιογένεια ως προς τα αποτελέσματα που επέρχονται κατόπιν αυτής: αποκλεισμός πληθυσμού από την πρόσβαση του νερού, επιθυμία για εξοικονόμηση πόρων από τη συντήρηση του δικτύου από μεριάς του ιδιώτη, αύξηση τιμών από τον πάροχο και τελικά την κερδοφορία του με συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο ενός κράτους.
5. Παράδειγμα Ιδιωτικοποίησης στην Ελλάδα
Η Ελλάδα ανήκει στο «γαλλικό» (ή «Franco–group» ή «νοτιοευρωπαϊκό») μοντέλο δημόσιας διοίκησης, ενώ λόγω της γεωγραφικής θέσης και της κοινωνικής μορφολογίας της δεν έχει γνωρίσει προηγούμενη εμπειρία σε άλλο μοντέλο οργάνωσης. Που σημαίνει, ότι χαρακτηρίζεται από πολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, προσωποκεντρισμό, ισχυρό βαθμό πρόσβασης των πολιτικών αρχόντων στα κρατικά όργανα, συντηρητισμό αποφάσεων, απουσία πρωτοβουλιών, βραδύτητα κινήσεων, γραφειοκρατική τυπολατρία, απουσία προνοιακής διάθεσης, απουσία γνώσης τοπικής δικτύωσης, φόβο προς κάθε τι νέο, σκεπτικισμό απέναντι στην καινοτομία, αδυναμία παρακολούθησης των εξελίξεων στον κλάδο και, συνεπώς, ευαισθησία και ροπή προς την ανοχή των αποκρατικοποιήσεων, τάσεις προς την κρατική συρρίκνωση και την ιδιωτικοποίηση της διοίκησης, δυσπιστία δημόσιας διοίκησης και κοινωνίας.
Επιπρόσθετα, από κτήσεως νεότερου ελληνικού κράτους, η αποδυναμωμένη από τον τουρκικό ζυγό δημόσια διοίκηση δεν μπορούσε να απεμπλακεί από την ανισοκατανομή του προσωπικού στις διάφορες υπηρεσίες, τη χαμηλή απόδοση και τη γραφειοκρατική νοοτροπία και τελικά να φτάσει να είναι η ίδια το αποτέλεσμα των υπαλλήλων χαμηλής ποιότητας που τη στελεχώνουν και να μην μπορεί να βελτιώσει τα χαρακτηριστικά του «γαλλικού» μοντέλου δημόσιας διοίκησης.
Συνεπώς, η εφαρμογή των ιδιωτικοποιήσεων, βάσει των συστατικών στοιχείων τους, προϋποθέτει την προσαρμογή του υφιστάμενου διοικητικού μοντέλου στη νέα διοικητική γεωγραφία. Συγκεκριμένα, στον προγραμματισμό, στην οργάνωση, στη στελέχωση, στην ηγεσία, στην αποτελεσματικότητα του συστήματος διοίκησης – διαχείρισης, στον εκσυγχρονισμό και στην προσαρμογή στα νέα διεθνή τεχνικά και επιστημονικά πρότυπα.
Όμως, το πελατειακό σύστημα, η απουσία συναίνεσης, ο συγκεντρωτισμός, η άρνηση προσαρμοστικότητας, δεν επιτρέπουν στα ως άνω εργαλεία του εγχειρήματος να αναπτυχθούν. Επιπλέον, συναντώνται δυσκολίες σχετικές με την κατανόηση του θεσμού, με το επίπεδο ωριμότητας του οργανισμού που καλείται να τον υποδεχθεί και την έλλειψη χρόνου, μηχανισμού υποστήριξης και πληροφοριών που απαιτούνται.
Προς επίρρωση των ως άνω, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ιδιωτικοποίησης, όπου εφαρμόστηκε στη χώρα μας, αποτελεί η περίπτωση του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (εφεξής ΟΤΕ).
Σύμφωνα με την ιδιωτικοποίηση αυτή, ο στόχος ήταν η εξυγίανση της δημόσιας οικονομίας του κράτους μέσα από την εξυγίανση μιας εκ των μεγάλων ελληνικών Δημόσιων Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας και το σχέδιο ήταν η μείωση του λειτουργικού κόστους του Δημοσίου με εξοικονόμηση και εκσυγχρονισμό πόρων.
Ειδικότερα, η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ επήλθε έπειτα από πώληση στον αντίστοιχο μεγάλο Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών της Γερμανίας, Deutsche Telekom, το 2008, ενώ αυτό χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα καλής ιδιωτικοποίησης. Οι επιμέρους στόχοι της παραπάνω ενέργειας ήταν η ισχυροποίηση, η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός του ΟΤΕ, η μείωση των τιμολογίων και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Συγκεκριμένα, στους επιμέρους στόχους κατατάσσονται επίσης η άντληση ρευστού από πώληση υποπροϊόντων, η μείωση του λειτουργικού κόστους από απολύσεις μη λειτουργικών υπαλλήλων που προσλήφθηκαν ευνοιοκρατικά, η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, ο εκσυγχρονισμός του οργανογράμματος και συνεπώς η αποφυγή του μετακυλιόμενου κόστους στον καταναλωτή από τα παραπάνω καθώς και η μείωση των τιμολογίων, όπου αργότερα θα βοηθούσε και στην κάλυψη νέων θέσεων εργασίας. Μέχρι αυτό το σημείο αναλύονται οι στόχοι των ιδιωτικοποιήσεων στο Δημόσιο Τομέα.
Στη συνέχεια όμως, παρατίθεται μια σύντομη επισκόπηση στη δραστηριότητα του Γερμανικού Οργανισμού, για καλύτερη κατανόηση του θέματος, σύμφωνα με την οποία, κατεγράφη συρρίκνωση στα μερίδια πωλήσεών του στη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, με την τελευταία σε ποσοστό 62% και μεγαλώνοντας κατά το διπλάσιο ταυτόχρονα τα ποσοστά των ιδιωτών παρόχων, κάτι που εμφανίζει την αρνητική του εικόνα στα Βαλκάνια σαν γενικότερο φαινόμενο.
Κατά την ίδια γραμμή λογικής του εγχειρήματος, προχώρησε σε πώληση του δορυφόρου Ελλάς Σατ (με 208 εκατ. ευρώ), όπου είναι ένα από τα πολλά ολέθρια βήματα, που έκανε ο οργανισμός στην κατεύθυνση της τεχνολογικής οπισθοδρόμησης, ακυρώνοντας το τεχνολογικό του πλεονέκτημα και ψαλιδίζοντας προηγούμενες φιλοδοξίες, όπως είχαν αποτυπωθεί στην Ψηφιακή Ατζέντα 2020, βάσει της οποίας προβλεπόταν πως μετά από 7 χρόνια το 50% των συνδέσεων στο διαδίκτυο θα έτρεχαν με ταχύτητα 50 Mbps και το υπόλοιπο 50% με 100 Mbps. Για να εκπληρωθεί όμως αυτός ο στόχος, έπρεπε οι οπτικές ίνες να φτάσουν σε κάθε σπίτι. Να μην μείνουν στα ΚΑΦΑΟ, όπως τελικά θα γίνει από τη στιγμή που ο οργανισμός υπαναχώρησε από την υποχρέωση που είχε αναλάβει.
Η αποκόμιση ρευστού από πώληση σχετικών προϊόντων επετεύχθη, χάθηκε, όμως, ένα συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας στην αγορά των τηλεπικοινωνιών. Επίσης, παρατηρήθηκε μεταβολή στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών (υπηρεσίες τηλεφωνίας και ίντερνετ) προς τα κάτω και με αρνητικό πρόσημο, η ιδιωτικοποίηση διέκοψε τη χρηματοδότηση κατά το ελληνικό σύστημα πρόληψης και συντήρησης του καλωδιακού εξοπλισμού αφού σύμφωνα με τη γερμανική πολιτική, θεωρείται περιττό κόστος, προτιμάται η πλήρης απόσβεση μέχρις φθοράς και συνεπειών στις οικιακές συσκευές.
Αποτέλεσμα είναι οι χαμηλές ταχύτητες στα νοικοκυριά και επιχειρήσεις καθώς και η εμφάνιση κινδύνου από τα φθαρμένα ηλεκτροφόρα καλώδια, που ποικίλλει σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν υπάρχει, δηλαδή, σχέση «value for money», οι χρήστες δεν απολαμβάνουν αυτό που πληρώνουν.
Ακόμη, η γερμανική πολιτική δεν επιτρέπει ούτε την ανανέωση του επαρχιακού δικτύου με εξοπλισμό (κολόνες καλωδίων) στα απομακρυσμένα χωριά, καθότι τη θεωρεί ένα είδος αναχρονισμού. Αυτό θα έχει σαν συνέπεια ο γερμανικός ΟΤΕ να αρχίσει να ζητά επιδοτήσεις από το κράτος, όπως συμβαίνει με τις άγονες γραμμές, με το πρόσχημα ότι επιτελεί κοινωνικό έργο. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο ιδιωτικοποιημένος ΟΤΕ έγινε μια κρατικοδίαιτη επιχείρηση, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό και τους φορολογούμενους. Η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών δεν επετεύχθη, αντίθετα επήλθε κάθοδος της ποιότητάς τους, αλλά και συρρίκνωση του πεδίου δράσης του ΟΤΕ με δυσκολία στην επικοινωνία των νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Επιπλέον, σε περίπτωση άντλησης δημόσιων επιχορηγήσεων, ο ιδιωτικός χαρακτήρας του ΟΤΕ θα αλλοτριωθεί, θα δημιουργηθεί εξάρτηση από τους δημόσιους πόρους και θα μειωθεί η ικανότητά του να αξιολογεί τον κίνδυνο από λάθος επένδυσής τους, αφού θα διατηρεί μικρή συμμετοχή σε αυτόν. Σταδιακά, ο δημόσιος χαρακτήρας του αντικαταστάθηκε από πελατοκεντρικό προσανατολισμό, με προτεραιότητα στον πελάτη που ενδιαφέρεται να αγοράσει και όχι στην ανάπτυξη ή την ανάγκη.
Κατά συνέπεια, καθοδική πορεία είχε και το πρόγραμμα των προϊόντων του ΟΤΕ, το οποίο όμως αύξησε τα βραχυπρόθεσμα κέρδη του, σε συνδυασμό με μείωση των επενδύσεων και της σταθερότητας στις τιμές των τιμολογίων. Εδώ παρατηρείται σύγκριση της ποιότητας με την ποσότητα και υπεροχή της ποσότητας.
Ακόμη, επισημαίνεται η υιοθέτηση του προγράμματος εθελούσιας συνταξιοδότησης για μείωση των θέσεων εργασίας. Αναλυτικότερα, ο αριθμός των εργαζομένων μειώθηκε από 17.000 (2005) σε 12.000 (σε καιρό ιδιωτικοποίησης) με ταυτόχρονη άρση της μονιμότητας, ως όροι της αποκρατικοποίησης. Ταυτόχρονα, ο ΟΤΕ καλύπτει τα κενά που μοιραία δημιουργούνται μέσω προσλήψεων από δουλεμπορικές εταιρείες, όπως είναι η θυγατρικές του, E-Value και Oteplus, δίνοντας μισθούς 255 και 586 ευρώ αντίστοιχα. Έτσι καταργεί θέσεις παλιών εργαζομένων που μπορεί να στοίχιζαν στον οργανισμό ακόμη και 3.000 ευρώ, αντικαθιστώντας τις με ιδιαίτερα χαμηλόμισθες θέσεις.
Πρόσθετα, αυξήθηκαν τα εργατικά ατυχήματα ενώ δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της εργασιακής ασφάλισης. Αντίθετα, διατηρήθηκαν στα ίδια ύψη οι αμοιβές των μεγαλομεσαίων στελεχών, υπαλλήλων και των μεγαλομετόχων, δημιουργώντας πρόβλημα ανισότητας εντός του Οργανισμού. Η μείωση του λειτουργικού κόστους από απολύσεις μη λειτουργικών υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν ευνοιοκρατικά, επετεύχθη, αλλά με αρνητική εξέλιξη την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και συμβολή στον πλουτισμό λίγων.
Ως προς την αποτελεσματικότερη και πιο ευέλικτη διοίκηση του ιδιωτικού τομέα σε αντίθεση με τη γραφειοκρατική, πολυπρόσωπη και δαπανηρή ελέω εξυπηρετήσεων διοίκηση που χαρακτηρίζει τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, ο ΟΤΕ πριν την εκχώρησή του στους Γερμανούς είχε τέσσερις (4) γενικούς διευθυντές ενώ αργότερα έφτασε να έχει μέχρι δέκα επτά (17). Εν ολίγοις, το παλιό οργανόγραμμα του εργατικού δυναμικού του ΟΤΕ αποδεικνύεται πολύ πιο δημοκρατικό από το σημερινό, που χαρακτηρίζεται από ακραίες αντιθέσεις. Ο εκσυγχρονισμός του οργανογράμματος δεν επετεύχθη, αντίθετα, κατέστη πιο περίπλοκος. Συνεπώς, η αποφυγή του μετακυλιόμενου κόστους στον καταναλωτή από τα παραπάνω και η μείωση των τιμολογίων, όπου αργότερα θα βοηθούσε και στην κάλυψη νέων θέσεων εργασίας, δεν επετεύχθη, επίσης. Οι τέσσερις αρχές του ΝΔΜ, σαφείς στόχοι, ρεαλιστικό σχέδιο, εξειδικευμένο προσωπικό, επαρκείς οικονομικοί πόροι σε αυτή την περίπτωση καταρρίφθηκαν.
Σε άλλο κείμενο της διαδικτυακής αρθρογραφίας, ομοίως, καταγράφονται θέσεις υπέρ και κατά της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ, συγκεκριμένα από εργαζομένους του ανθρώπινου δυναμικού του Οργανισμού, όπου αποτελούν και μέλη των συλλογικών του οργάνων: ειδικότερα, γίνεται λόγος για «απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών» με συνέπεια τη δημιουργία «δύο ταχυτήτων παρεχόμενων υπηρεσιών». Επιπλέον, παρατηρείται συγκεντρωτισμός των υπηρεσιών στα αστικά κέντρα και περιθωριοποίηση των υπαίθρων περιοχών, αφού το κριτήριο για την παροχή της υπηρεσίας είναι πληθυσμιακό και όχι γεωγραφικό. Επίσης, θίγεται και εδώ το μέρος της ελλιπούς συντήρησης του δικτύου και της αδυναμίας ανταπόκρισης του Οργανισμού στις καταναλωτικές ανάγκες παλαιών και νέων χρηστών, ακόμη και των πιθανών πελατών του. Οι χαμηλές ταχύτητες ίντερνετ και η χαμηλή ποιότητα των προϊόντων του δηλώνουν την ύφεση στο χαρακτήρα της εξυπηρέτησης των (πλέον) πελατών του και όχι των πολιτών που έχουν ανάγκη.
Σημαντική θεωρείται και η μείωση του κρατικού παρεμβατισμού στην τιμολογιακή πολιτική του Οργανισμού, η οποία μετά την ιδιωτικοποίηση παρέμεινε στα ίδια έως και αυξήθηκε. Ακόμη, η μείωση του ανθρώπινου δυναμικού και οι ανισότητες αμοιβών εργασίας μεταξύ των εργαζομένων χαμηλών βαθμίδων και των διοικητικών στελεχών καταδεικνύουν το πρόβλημα της ιδιωτικοποίησης. Και εδώ η πώληση του ΟΤΕ αντιμετωπίζεται, ως μη επιτυχής.
Ουσιαστικά, με την εφαρμογή της ιδιωτικοποίησης αυτής της μορφής, περιορίστηκε η δημόσια διοίκηση με τον περιορισμό των ΔΕΚΟ και ως αντιστάθμισμα, προτάθηκε η ποσοτική μεγέθυνση, έναντι της ποιοτικής ανάπτυξης και επήλθε η ιστορική υποβάθμισή της (καθότι, απαιτείται χρόνος για την επαναφορά). Μάλιστα, δεν επετεύχθη ούτε η φιλοσοφία της ιδιωτικής διοίκησης, που υποστηρίζει το εγχείρημα. Διότι, η ποσοτική αύξηση (φιλελεύθερες οικονομίες) δεν ισούται με την ποιοτική μεγέθυνση (κεϋνσιανή δημόσια διοίκηση).
Ακόμη, η περίπτωση της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την περίπτωση «βρετανοποίησης» της Ινδίας μέσω της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας: εγκατάσταση βιομηχανικών παραρτημάτων των πολυεθνικών εταιρειών στη χώρα υποδοχέα, κατά την οποία αγοράζει τη γη, την ακίνητη – κινητή, άυλη – υλική περιουσία της, τοποθετεί το ανθρώπινο, τεχνογνωσιακό κεφάλαιό της, χρησιμοποιεί τον τοπικό πληθυσμό τους με πολύ φτηνά εργατικά χέρια, εγκαθιστά δικό της εργατικό δυναμικό για να διευθύνει, μεταφέρει την τεχνογνωσία από τη χώρα – έδρα και να εξάγει ό,τι παρήγε (κέρδη, προϊόντα, χαλκό στην περίπτωση του ΟΤΕ), απομυζώντας κάθε είδους πόρους, όπου στο ξένο έδαφος δημιούργησε. Η χώρα – στόχος αποδυναμώνεται, καθίσταται απόλυτα εξαρτώμενη από τη χώρα – ξενιστή και η χώρα – έδρα πλουτίζει, προσθέτοντας άλλο ένα κράτος – δορυφόρο στη γεωπολιτική περιφέρειά της.
Τέλος, ένας ακόμη λόγος, που το νέο δημόσιο μάνατζμεντ μέσω της υπό μελέτη ιδιωτικοποίησης στην Ελλάδα δεν πέτυχε ερμηνεύεται και από το ότι υπάγεται στην κατηγορία του ‘γερμανικού τρόπου’, όπου την τελευταία δεκαετία υπήρξε υψηλό κίνητρο για μεταρρυθμίσεις του δημόσιου τομέα, όμως, η ευκαιρία για τέτοιες μεταρρυθμίσεις υπήρξε χαμηλή.
Συμπεράσματα
Με βάση τα όσα διατυπώθηκαν, εάν η Δημόσια Διοίκηση ενός κράτους έχει ασκηθεί με επιτυχία από τα συστήματα τύπου κοινής ωφέλειας (πολιτοκεντρική, προνοιακή), τότε θα κυβερνηθεί με επιτυχία και από τα συστήματα ιδιωτικοποιήσεων (πελατοκεντρική, απορρυθμιστική).
Συνεπώς, ο βαθμός επιτυχίας ή αποτυχίας των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα εξαρτάται:
- Από το πόσο αποτελεσματικά διοικήθηκε από τη δημόσια διοίκηση το προνοιακό σύστημα: αν διοικήθηκε αποτελεσματικά το προνοιακό διοικητικό σύστημα, έχει περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει και το σύστημα ιδιωτικοποιήσεων.
- Από το αν υπήρχε προηγούμενη εμπειρία σε επιτυχή μοντέλα ιδιωτικοποιήσεων στην ελληνική δημόσια διοίκηση.
- Από το αν το σύστημα της δημόσιας διοίκησης έχει δεχθεί τις απαραίτητες διαμορφώσεις, ώστε να λειτουργήσει μέσα σε αυτό το σύστημα των ιδιωτικοποιήσεων (για να γίνει ομαλά η μετάβαση).
- Από το επίπεδο αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας των Δημοσίων Οργανισμών.
- Από το ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων που κατάφεραν να μείνουν ανεπηρέαστοι από το διοικητικό σύστημα «γαλλικού» τύπου.
- Από το βαθμό αντιπαλότητας ανάμεσα σε αυτά τα δύο συστήματα, κρατικών Δημοσίων Οργανισμών και ιδιωτικοποιημένων Δημοσίων Οργανισμών.
- Από την ψυχολογία των πολιτικών και διοικητικών υπαλλήλων στους Δημόσιους Οργανισμούς.
Με άλλα λόγια, η αποτυχία του Κράτους (stress του κράτους) να ρυθμίσει σωστά την οικονομική πολιτική ήταν αυτή που προετοίμασε το έδαφος για την απορρύθμιση με την εισχώρηση των ιδιωτικοποιήσεων.
Ως εκ τούτου, θα ήταν ώριμος ο προσανατολισμός πρωτίστως στη βελτιστοποίηση των κρατικών λειτουργιών και δευτερευόντως του θεσμού των ιδιωτικοποιήσεων.
Για να επιτύχουν οι ιδιωτικοποιήσεις στη Δημόσια Διοίκηση, θα πρέπει να λειτουργούν άριστα και διακριτά οι μηχανισμοί της δημόσιας διοίκησης και της δημόσιας οικονομίας και σε αρμονία με τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, να προβλέπεται άριστα ο βαθμός παρεμβατισμού του κράτους και ο βαθμός ηθικής και διοικητικής ελευθερίας των ηγετών των ιδιωτικοποιημένων Οργανισμών.
Θα πρέπει οι υποστηρικτές τους να εφαρμόζουν τα θετικά των δύο συστημάτων συμπληρωματικά μεταξύ τους και χωρίς διακρίσεις για να μην υπάρχει οικονομική αστάθεια: να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ατέλειες της αγοράς, να λειτουργεί η άριστη κατά Pareto αναδιανομή του εισοδήματος, η τέλεια πληροφόρηση των χρηστών, οι πολίτες – φορολογούμενοι να εκτιμούν ορθά τη σχέση φόρων που καταβάλλουν και δημοσίων αγαθών / υπηρεσιών που κάνουν χρήση, με απουσία εξωτερικοτήτων, να υπάρχει υψηλός βαθμός κοινωνικής εμπιστοσύνης, να υπάρχει υψηλός βαθμός κατάρτισης των δημοσίων υπαλλήλων και να μην υπάρχει φοβία των εμπλεκόμενων ατόμων από εξίσωση της σχέσης ποιότητα = απολύσεις, υπό μια χρυσή τομή, σύμφωνα με την οποία το τρίγωνο Κράτος–Δημόσια Διοίκηση–Πολίτης θα λειτουργούν με ίσα μερίδια κέρδους (κερδίζει το Κράτος, κερδίζει η Δημόσια Διοίκηση, κερδίζουν οι Πολίτες), όπου είναι ο απόλυτος βαθμός αυτοπραγμάτωσης των όρων του τριγώνου.
Εν κατακλείδι, από τα προηγούμενα γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχουν καλά ή κακά συστήματα. Υπάρχουν κανόνες που τηρούνται και κανόνες που δεν τηρούνται.
_____________
Βιβλιογραφία
Έντυπη
- Γεωργακόπουλος, Θ. (2005). Εισαγωγή στη Δημόσια Οικονομική, 3η Έκδοση, Αθήνα: Εκδόσεις Μπένου
- Γεωργίου, Β. (2012). Η Δημόσια Διοίκηση στην Κύπρο, Διοικητικό Δίκαιο, Νομολογία και Εισαγωγή στη Διοικητική Επιστήμη, Λευκωσία: Εκδόσεις Εν Τύποις
- Λούλης, Χ. (2007). Πολιτική Κυριαρχία: Πώς Κερδίζεται, Πώς Χάνεται. Η Ελληνική και η Διεθνής Εμπειρία, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη
- Μακρυδημήτρης, Α. & Πραβίτα, Μ.-Η. (2012). Δημόσια Διοίκηση: Στοιχεία Διοικητικής Οργάνωσης, Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλα
- Τζωρτζάκη, Α. & Τζωρτζάκης, Κ. (2002). Οργάνωση και Διοίκηση: Μάνατζμεντ, Νέες Ιδέες και Τεχνικές στον 21ο αιώνα, Αθήνα: Εκδόσεις Rosili
- Παπακωνσταντινίδης, Λ. (2005). Στρατηγική Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω
- Χλέπας, Ν.-Κ. (2005). Ο Δήμαρχος ως Αιρετός Ηγέτης, Τόμος Α, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
- Χλέτσος, Μ. (2011). Οικονομικά της Κοινωνικής Προστασίας, Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη
Διαδίκτυο
Άρθρα, Μελέτες, Παρουσιάσεις
- Lipsky, M. (1969). Toward a Theory of Street – Level Bureaucracy, Wisconsin: Institute for Research on Poverty
- Βατικιώτης, Λ. (2013). ΟΤΕ: Συρρίκνωση και αποεπένδυση έφερε η ‘καλή ιδιωτικοποίηση’
- Δημητριάδης, Π. (2011). Ιδιωτικοποιήσεις και ανάπτυξη, Stockwatch
- Δούκας, Γ. (2014). Η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και η ‘πετυχημένη’ ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ
- Θεοφάνους, Π. (2014). Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της ιδιωτικοποίησης
- Κέφης, Β. (2011). Δημόσιες Επιχειρήσεις και Δημόσιο Μάνατζμεντ στην Ελλάδα, Διοικητική Ενημέρωση, Τεύχος 53
- Κολτσίδα, Δ. (2012). Κρίση και κοινωνικό κεφάλαιο. Βιώνοντας την κρίση σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία», Αθήνα: Ε.Κ.Π.Α – Ε.Κ.Κ.Ε.
- Κωστάρας, Γ. (2010). Η Νέα Δημόσια Διοίκηση, ένα παγκόσμιο φαινόμενο
- Μαρκαντωνάτου, Μ. (2011). Κράτος και Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ: Η προνοιακή απορρύθμιση μέσα από την επιχειρηματική διακυβέρνηση, τις ‘‘καλές πρακτικές’’ και την ISO – προτυποποίηση, Τεύχος 116, Ηλεκτρονικό Περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ
- Παπαθεοδωρόπουλος, Π. (2009). Το νερό ως κοινωνικό αγαθό, Εισήγηση 21ου Συνεδρίου ΠΑΝΔΟΙΚΟ, Λαμία
- Χλέπας, Ν.–Κ. (2007). Ο Δήμος του 21ου Αιώνα, Μια ρεαλιστική εικόνα, Μια ρεαλιστική προσέγγιση, Επιμορφωτικό Πρόγραμμα Αιρετών, ΚΕΔΚΕ, ΙΤΑ, ΕΕΤΑ, ΠΕΤΑ, Θεσσαλονίκη
- Χλέτσος, Μ. (2011). Το κράτος πρόνοιας ως νέος τρόπος οργάνωσης του κοινωνικού, Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων